Γλωσσάρι ασφάλισης: ελληνικά, αγγλικά, ρωσικά

Οι λέξεις που βλέπετε σε συμβόλαια και προσφορές, εξηγημένες απλά, με τον όρο και στις τρεις γλώσσες.

Γυαλιά ανάγνωσης πάνω σε ανοιχτό βιβλίο

Χρήσιμο όταν διαβάζετε ένα συμβόλαιο σε άλλη γλώσσα από τη δική σας, ή όταν μιλάτε με κάποιον που χρησιμοποιεί άλλους όρους.

301 όροι σε 12 ενότητες. Γράψτε μια λέξη σε οποιαδήποτε από τις τρεις γλώσσες (και με λατινικούς χαρακτήρες, π.χ. «asfalistro») ή πηγαίνετε κατευθείαν σε μια ενότητα.

Δεν βρέθηκε όρος. Δοκιμάστε μια άλλη λέξη ή σε άλλη γλώσσα.

Όροι που ταιριάζουν: {n}

Ενότητες: Ζωή 20 Συμβόλαιο 42 Αίτηση 18 Πρόσθετες καλύψεις 19 Εισόδημα 22 Υγεία 46 Απαιτήσεις 11 Σύνταξη 19 Επενδύσεις 46 Κληρονομιά 21 Κανόνες 17 Γενικός κλάδος 20

Ασφάλεια ζωής: είδη και κάλυψη

Ανανεώσιμη ασφάλεια ορισμένου χρόνου

EN Renewable term RU Возобновляемое срочное страхование

Ασφάλεια ορισμένου χρόνου που μπορεί να ανανεωθεί στη λήξη χωρίς νέα ιατρικά, συνήθως με ασφάλιστρο της νέας ηλικίας.

Γιατί έχει σημασία: Εξασφαλίζει συνέχεια κάλυψης, αλλά το κόστος ανεβαίνει σε κάθε ανανέωση.

Αξία λήξης

EN Maturity value RU Сумма при окончании срока

Το ποσό που πληρώνει ένα αποταμιευτικό συμβόλαιο στο τέλος της διάρκειάς του.

Γιατί έχει σημασία: Δείχνει αν το συμβόλαιο έκανε αυτό που περιμένατε· συγκρίνετε το εγγυημένο με το προβλεπόμενο.

Αξία συμβολαίου (χρηματική αξία)

EN Cash value RU Денежная (накопленная) стоимость полиса

Τα χρήματα που έχει συγκεντρώσει ένα συμβόλαιο με αποταμίευση ή ισόβια κάλυψη, πριν από τυχόν χρεώσεις εξόδου.

Γιατί έχει σημασία: Από αυτήν εξαρτώνται η εξαγορά, το δάνειο επί του συμβολαίου και το ελεύθερο ασφαλίστρων.

Ασφάλεια ζωής ορισμένου χρόνου

EN Term life insurance RU Срочное страхование жизни

Πληρώνει κεφάλαιο αν ο ασφαλισμένος πεθάνει μέσα σε συγκεκριμένα χρόνια· αν όχι, λήγει χωρίς επιστροφή.

Ατομικό συμβόλαιο (ένα πρόσωπο)

EN Single-life policy RU Индивидуальный полис (на одного человека)

Συμβόλαιο που καλύπτει ένα μόνο πρόσωπο.

Γιατί έχει σημασία: Δύο ατομικά συμβόλαια μπορούν να πληρώσουν δύο φορές, ενώ ένα κοινό πληρώνει μία.

Αυξανόμενη κάλυψη

EN Increasing cover RU Растущее покрытие

Κάλυψη όπου το ποσό ασφάλισης αυξάνεται με προκαθορισμένο τρόπο κάθε χρόνο, συνήθως μαζί και το ασφάλιστρο.

Γιατί έχει σημασία: Βοηθά να μη χάνει αξία η κάλυψη με τον πληθωρισμό.

Δικαιούχος

EN Beneficiary RU Выгодоприобретатель

Το πρόσωπο που παίρνει τα χρήματα από ασφάλεια ζωής όταν πεθάνει ο ασφαλισμένος.

Επέτειος συμβολαίου

EN Policy anniversary RU Годовщина полиса

Η ίδια ημερομηνία κάθε χρόνου με την έναρξη του συμβολαίου.

Γιατί έχει σημασία: Τότε γίνονται συνήθως αναπροσαρμογές, αλλαγές και αναθεωρήσεις ασφαλίστρου.

Εφάπαξ ποσό

EN Lump sum RU Единовременная выплата

Ένα ποσό που πληρώνεται μία φορά, ολόκληρο.

Γιατί έχει σημασία: Δίνει ευελιξία, αλλά χρειάζεται σχέδιο για να μη χαθεί γρήγορα.

Ημερομηνία έναρξης

EN Commencement date RU Дата начала действия

Η ημερομηνία από την οποία ισχύει η κάλυψη.

Γιατί έχει σημασία: Από αυτήν μετράνε περίοδοι αναμονής, εξαιρέσεις πρώτων ετών και φορολογικές προθεσμίες.

Ημερομηνία λήξης

EN Expiry (maturity) date RU Дата окончания срока

Η ημερομηνία που τελειώνει το συμβόλαιο ή μια κάλυψη του.

Γιατί έχει σημασία: Μετά από αυτήν δεν υπάρχει κάλυψη, ακόμη κι αν συνεχίζετε να χρειάζεστε προστασία.

Ισόβια ασφάλεια ζωής

EN Whole-of-life insurance RU Пожизненное страхование жизни

Ασφάλεια ζωής που ισχύει για όλη τη ζωή, εφόσον πληρώνονται τα ασφάλιστρα, και πληρώνει όποτε συμβεί ο θάνατος.

Γιατί έχει σημασία: Κοστίζει περισσότερο από την ορισμένου χρόνου, γιατί η πληρωμή είναι σχεδόν βέβαιη κάποια στιγμή.

Κοινή ασφάλεια ζωής δεύτερου θανάτου

EN Joint life, second death RU Совместное страхование на вторую смерть

Συμβόλαιο για δύο πρόσωπα που πληρώνει μόνο όταν πεθάνουν και οι δύο.

Γιατί έχει σημασία: Χρησιμοποιείται συνήθως για ό,τι θα μείνει στα παιδιά, όχι για να στηρίξει τον σύντροφο.

Κοινή ασφάλεια ζωής πρώτου θανάτου

EN Joint life, first death RU Совместное страхование на первую смерть

Ένα συμβόλαιο για δύο πρόσωπα που πληρώνει μία φορά, στον πρώτο θάνατο, και μετά λήγει.

Γιατί έχει σημασία: Ο σύντροφος που μένει δεν έχει πια κάλυψη και ίσως χρειαστεί νέο συμβόλαιο σε μεγαλύτερη ηλικία.

Μετατρέψιμη ασφάλεια ορισμένου χρόνου

EN Convertible term RU Конвертируемое срочное страхование

Ασφάλεια ορισμένου χρόνου που σας επιτρέπει να τη μετατρέψετε σε άλλο είδος συμβολαίου χωρίς νέα ιατρικά, μέσα σε ορισμένο χρόνο.

Γιατί έχει σημασία: Κρατά ανοιχτή μια πόρτα αν αλλάξει η υγεία σας.

Μικτή (αποταμιευτική) ασφάλεια

EN Endowment policy RU Смешанное (накопительное) страхование жизни

Συμβόλαιο που πληρώνει κεφάλαιο είτε στη λήξη, αν ζείτε, είτε νωρίτερα, αν πεθάνετε μέσα στη διάρκεια.

Γιατί έχει σημασία: Συνδυάζει προστασία και αποταμίευση, άρα μέρος του ασφαλίστρου δεν πηγαίνει στην κάλυψη.

Παροχή θανάτου

EN Death benefit RU Выплата при смерти

Το ποσό που πληρώνει το συμβόλαιο αν πεθάνει ο ασφαλισμένος μέσα στη διάρκεια.

Γιατί έχει σημασία: Σε συμβόλαια με επένδυση μπορεί να είναι το κεφάλαιο, η αξία ταμείου ή το μεγαλύτερο από τα δύο — ελέγξτε το.

Παροχή οικογενειακού εισοδήματος

EN Family income benefit RU Выплата семейного дохода

Κάλυψη ζωής που, αντί για ένα εφάπαξ ποσό, πληρώνει τακτικό εισόδημα στην οικογένεια μέχρι το τέλος της διάρκειας.

Γιατί έχει σημασία: Αντικαθιστά τον μισθό με τρόπο που είναι εύκολο να τον διαχειριστεί η οικογένεια.

Σταθερή ασφάλεια ορισμένου χρόνου

EN Level term insurance RU Срочное страхование с постоянной суммой

Ασφάλεια ζωής όπου το ποσό κάλυψης μένει ίδιο σε όλη τη διάρκεια.

Γιατί έχει σημασία: Η οικογένεια ξέρει από την αρχή πόσα θα πάρει, όποτε κι αν συμβεί κάτι.

Φθίνουσα ασφάλεια ορισμένου χρόνου

EN Decreasing term insurance RU Срочное страхование с уменьшающейся суммой

Ασφάλεια ζωής όπου το ποσό κάλυψης μειώνεται με τον χρόνο, συνήθως για να ακολουθεί ένα δάνειο που αποπληρώνεται.

Γιατί έχει σημασία: Είναι φθηνότερη, αλλά η οικογένεια παίρνει όλο και λιγότερα όσο περνούν τα χρόνια.

Ασφάλιστρα και συμβόλαιο

Ακύρωση λόγω μη πληρωμής (ληξιπρόθεσμο)

EN Lapse RU Прекращение из-за неуплаты

Όταν το συμβόλαιο σταματά να ισχύει επειδή δεν πληρώθηκαν τα ασφάλιστρα μετά την περίοδο χάριτος.

Γιατί έχει σημασία: Από εκεί και πέρα δεν υπάρχει κάλυψη· η επαναφορά μπορεί να ζητήσει νέα ιατρικά.

Άμεση χρέωση (πάγια εντολή)

EN Direct debit RU Прямое списание (автоплатёж)

Αυτόματη πληρωμή του ασφαλίστρου από τον τραπεζικό σας λογαριασμό ή την κάρτα.

Γιατί έχει σημασία: Μια ληγμένη κάρτα ή κλειστός λογαριασμός μπορεί να αφήσει το συμβόλαιο απλήρωτο χωρίς να το καταλάβετε.

Ανάγκες και απαιτήσεις

EN Demands and needs RU Потребности и требования

Η καταγραφή που πρέπει να γίνει πριν από την πώληση για το τι χρειάζεστε, ώστε το προϊόν να ταιριάζει.

Γιατί έχει σημασία: Ζητήστε αντίγραφο· δείχνει τι είπατε και τι σας προτάθηκε.

Αναθεωρήσιμο ασφάλιστρο

EN Reviewable premium RU Пересматриваемый взнос

Ασφάλιστρο που η εταιρεία μπορεί να αλλάξει σε τακτικές αναθεωρήσεις, όπως ορίζει το συμβόλαιο.

Γιατί έχει σημασία: Μπορεί να ξεκινά φθηνότερα, αλλά να ανέβει αργότερα όταν είναι δύσκολο να αλλάξετε.

Αντισυμβαλλόμενος και ασφαλισμένος

EN Policyholder and insured person RU Страхователь и застрахованный

Αντισυμβαλλόμενος είναι όποιος υπογράφει και πληρώνει το συμβόλαιο· ασφαλισμένος είναι το πρόσωπο που καλύπτεται. Μπορεί να είναι ο ίδιος άνθρωπος ή δύο διαφορετικοί.

Αξία εξαγοράς

EN Surrender value RU Выкупная сумма

Τα χρήματα που επιστρέφει ένα συμβόλαιο με αποταμίευση αν το διακόψετε νωρίς· συχνά λιγότερα από όσα πληρώσατε τα πρώτα χρόνια.

Απαλλασσόμενο ποσό

EN Excess (deductible) RU Франшиза

Το μέρος κάθε ζημιάς που πληρώνετε εσείς πριν πληρώσει η εταιρεία.

Ασφαλίσιμο συμφέρον

EN Insurable interest RU Страховой интерес

Η πραγματική οικονομική ή οικογενειακή σχέση που πρέπει να έχετε με κάποιον για να ασφαλίσετε τη ζωή του.

Γιατί έχει σημασία: Εμποδίζει ασφαλίσεις ζωής ξένων ανθρώπων για κερδοσκοπία.

Ασφάλιστρο

EN Premium RU Страховая премия (взнос)

Το ποσό που πληρώνετε στην ασφαλιστική εταιρεία για την κάλυψη, μηνιαία, ετήσια ή όπως ορίζει το συμβόλαιο.

Ασφάλιστρο τρέχουσας ηλικίας

EN Attained-age premium RU Взнос по достигнутому возрасту

Ασφάλιστρο που υπολογίζεται κάθε φορά με την ηλικία που έχετε τότε, άρα ανεβαίνει με τα χρόνια.

Γιατί έχει σημασία: Φαίνεται φθηνό νέος, αλλά ακριβαίνει όταν χρειάζεστε περισσότερο την κάλυψη.

Αυτόματη εξαγορά

EN Automatic surrender RU Автоматический выкуп

Όταν η αξία του συμβολαίου δεν φτάνει πια για τις δόσεις, πληρώνεται ό,τι απέμεινε και το συμβόλαιο λήγει.

Γιατί έχει σημασία: Μπορεί να χάσετε την κάλυψη χωρίς να το έχετε αποφασίσει ενεργά.

Αυτόματος δανεισμός ασφαλίστρων

EN Automatic premium loan RU Автоматический заём на взносы

Όρος όπου, αν δεν πληρώσετε μια δόση, η εταιρεία την καλύπτει ως δάνειο από την αξία του συμβολαίου.

Γιατί έχει σημασία: Κρατά το συμβόλαιο ζωντανό, αλλά τρώει σιγά σιγά την αξία του.

Βεβαίωση ασφαλίστρων

EN Premium certificate RU Справка об уплаченных взносах

Ετήσια βεβαίωση της εταιρείας για τα ασφάλιστρα που πληρώσατε.

Γιατί έχει σημασία: Τη χρειάζεστε για τη φορολογική σας δήλωση.

Γενικοί και ειδικοί όροι

EN Policy terms and conditions RU Общие и особые условия

Το κείμενο που περιγράφει τι καλύπτεται, τι εξαιρείται και πώς λειτουργεί το συμβόλαιο.

Γιατί έχει σημασία: Αυτό δεσμεύει, όχι το διαφημιστικό φυλλάδιο.

Δάνειο επί του συμβολαίου

EN Policy loan RU Заём под полис

Δάνειο που δίνει η εταιρεία με εγγύηση την αξία του συμβολαίου σας, με τόκο.

Γιατί έχει σημασία: Ό,τι μείνει απλήρωτο αφαιρείται από την αποζημίωση ή την εξαγορά.

Διακοπή πληρωμών (premium holiday)

EN Premium holiday RU Каникулы по взносам

Προσωρινή παύση πληρωμών που επιτρέπουν ορισμένα συμβόλαια, ενώ οι χρεώσεις συνεχίζουν να αφαιρούνται από την αξία.

Γιατί έχει σημασία: Η κάλυψη μπορεί να συνεχίζει, αλλά η αξία μειώνεται όσο δεν πληρώνετε.

Δικαίωμα μετατροπής

EN Conversion option RU Право конвертации

Δικαίωμα, όπου υπάρχει, να συνεχίσετε μια κάλυψη σε άλλη μορφή, π.χ. από ομαδική σε ατομική, χωρίς νέα ιατρικά.

Γιατί έχει σημασία: Έχει συνήθως αυστηρή προθεσμία — ρωτήστε πριν φύγετε από τη δουλειά.

Δικαίωμα συμβολαίου

EN Policy fee RU Плата за полис

Σταθερή χρέωση που προστίθεται στο ασφάλιστρο για τα έξοδα έκδοσης και διαχείρισης.

Γιατί έχει σημασία: Επηρεάζει περισσότερο τα μικρά συμβόλαια· να το βλέπετε στη συνολική τιμή.

Εγγυημένη ασφαλισιμότητα

EN Guaranteed insurability RU Гарантированная страхуемость

Δικαίωμα να αυξήσετε την κάλυψη σε ορισμένα γεγονότα (γάμος, παιδί, δάνειο) χωρίς νέα ιατρικά.

Γιατί έχει σημασία: Χρήσιμο αν η υγεία σας αλλάξει πριν χρειαστείτε περισσότερη κάλυψη.

Εγγυημένο ασφάλιστρο

EN Guaranteed premium RU Гарантированный взнос

Ασφάλιστρο που η εταιρεία δεσμεύεται ότι δεν θα αλλάξει για τη διάρκεια που ορίζει το συμβόλαιο.

Γιατί έχει σημασία: Ξέρετε από πριν το κόστος· συνήθως ξεκινά λίγο ακριβότερο.

EN Paid-up policy RU Оплаченный полис (paid-up)

Όταν σταματάτε τις πληρωμές αλλά το συμβόλαιο συνεχίζει με μειωμένη κάλυψη, χρησιμοποιώντας την αξία που έχει συγκεντρώσει.

Γιατί έχει σημασία: Κρατάτε κάποια προστασία χωρίς να πληρώνετε· οι πρόσθετες καλύψεις συνήθως σταματούν.

Εξαίρεση

EN Exclusion RU Исключение

Κάτι που το συμβόλαιο δεν καλύπτει, όπως το γράφουν οι όροι.

Επαναφορά σε ισχύ

EN Reinstatement RU Восстановление полиса

Η διαδικασία για να ξαναζωντανέψει ένα συμβόλαιο που ακυρώθηκε, συνήθως με πληρωμή των καθυστερούμενων και δήλωση υγείας.

Γιατί έχει σημασία: Μπορεί να είναι φθηνότερο από νέο συμβόλαιο σε μεγαλύτερη ηλικία.

Επιστολή υπαναχώρησης

EN Cooling-off notice RU Уведомление о праве отказа

Η ειδοποίηση που πρέπει να σας στείλει η εταιρεία για το δικαίωμα ακύρωσης ενός νέου συμβολαίου ζωής.

Γιατί έχει σημασία: Δείχνει από πότε μετρά η προθεσμία — κρατήστε τη.

Ετήσια κατάσταση

EN Annual statement RU Годовая выписка

Η ενημέρωση που στέλνει η εταιρεία κάθε χρόνο για την αξία, τις χρεώσεις και τις καλύψεις του συμβολαίου.

Γιατί έχει σημασία: Η σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά δείχνει πού πάνε τα χρήματα.

Ηλικία επόμενων γενεθλίων

EN Age next birthday RU Возраст на следующий день рождения

Μέθοδος τιμολόγησης που χρησιμοποιεί την ηλικία που θα έχετε στα επόμενα γενέθλια.

Γιατί έχει σημασία: Γι’ αυτό λίγες εβδομάδες πριν τα γενέθλια μπορεί να αλλάξει η τιμή.

Καλή πίστη (υπέρτατη)

EN Utmost good faith RU Принцип наивысшей добросовестности

Η αρχή ότι και τα δύο μέρη πρέπει να είναι ειλικρινή και να μην κρύβουν σημαντικές πληροφορίες.

Γιατί έχει σημασία: Ισχύει και για εσάς και για την εταιρεία.

Μερική εξαγορά (ανάληψη)

EN Partial surrender (withdrawal) RU Частичный выкуп (изъятие)

Ανάληψη μέρους της αξίας ενός συμβολαίου ενώ αυτό συνεχίζει.

Γιατί έχει σημασία: Μειώνει την αξία που μένει και ίσως την κάλυψη· μπορεί να έχει χρεώσεις και φορολογικές συνέπειες.

Ομαδικό σχέδιο

EN Group plan RU Групповая программа

Ασφάλιση που κάνει ένας εργοδότης για το προσωπικό του· συνήθως σταματά όταν φύγετε από τη δουλειά.

Ορισμοί

EN Definitions RU Определения

Η ενότητα όπου το συμβόλαιο εξηγεί τι σημαίνουν λέξεις όπως «ατύχημα», «νοσηλεία», «ανικανότητα».

Γιατί έχει σημασία: Ένας ορισμός μπορεί να περιορίσει την κάλυψη όσο μια εξαίρεση.

Όρος αυτοκτονίας

EN Suicide clause RU Оговорка о самоубийстве

Εξαίρεση σε πολλά συμβόλαια ζωής για αυτοκτονία μέσα σε ορισμένο χρόνο από την έναρξη.

Γιατί έχει σημασία: Η διάρκεια ορίζεται στο συμβόλαιο — δεν υπάρχει ένας κανόνας για όλα.

Παρατεταμένη κάλυψη

EN Extended term RU Продлённое срочное покрытие

Επιλογή όπου η αξία του συμβολαίου αγοράζει κάλυψη ζωής ίδιου ποσού, αλλά για περιορισμένο χρόνο.

Γιατί έχει σημασία: Κρατά το ποσό ψηλά, αλλά η κάλυψη τελειώνει νωρίτερα.

Περίοδος αμφισβήτησης

EN Contestability period RU Период оспаривания

Διάστημα, όπου το ορίζει το συμβόλαιο ή ο νόμος, μέσα στο οποίο η εταιρεία μπορεί να ελέγξει την αίτηση για ανακρίβειες.

Γιατί έχει σημασία: Οι κανόνες διαφέρουν ανά χώρα και συμβόλαιο — ελέγξτε τι ισχύει στο δικό σας.

Περίοδος αναμονής

EN Waiting period RU Период ожидания

Ο χρόνος από την έναρξη του συμβολαίου ή από ένα γεγονός, πριν αρχίσει να πληρώνει μια κάλυψη.

Περίοδος υπαναχώρησης

EN Cooling-off period RU Период охлаждения

Χρόνος μετά τη σύναψη όπου μπορείτε να ακυρώσετε ένα νέο συμβόλαιο και να πάρετε πίσω τα χρήματα, όπως ορίζει ο νόμος.

Γιατί έχει σημασία: Είναι η ευκαιρία να διαβάσετε με ηρεμία· για ορισμένα συμβόλαια δανείου μπορεί να μην ισχύει.

Περίοδος χάριτος

EN Grace period RU Льготный период

Ο χρόνος μετά τη λήξη μιας δόσης που μπορείτε ακόμη να πληρώσετε χωρίς να διακοπεί η κάλυψη, όπως ορίζει το συμβόλαιο.

Πίνακας ασφάλισης (schedule)

EN Policy schedule RU Страховой сертификат (schedule)

Η σελίδα με τα προσωπικά στοιχεία του συμβολαίου σας: ποιος, τι, πόσο, πότε.

Γιατί έχει σημασία: Ελέγξτε πρώτα αυτήν για λάθη σε ονόματα, ποσά και ημερομηνίες.

Ποσό ασφάλισης (ασφαλιζόμενο κεφάλαιο)

EN Sum insured RU Страховая сумма

Το ανώτατο ποσό που μπορεί να πληρώσει το συμβόλαιο για μια κάλυψη.

Πρόσθετη πράξη

EN Endorsement RU Дополнение к полису (аддендум)

Έγγραφο που αλλάζει ή συμπληρώνει το συμβόλαιο μετά την έκδοσή του.

Γιατί έχει σημασία: Κρατήστε όλες τις πρόσθετες πράξεις μαζί με το συμβόλαιο· αλλάζουν τι ισχύει.

Σταθερό ασφάλιστρο

EN Level premium RU Постоянный взнос

Ασφάλιστρο που μένει ίδιο σε όλη τη διάρκεια, εκτός αν αλλάξετε την κάλυψη.

Γιατί έχει σημασία: Πληρώνετε περισσότερο στην αρχή για να μην αυξάνεται με την ηλικία.

Συχνότητα πληρωμής

EN Premium frequency RU Периодичность оплаты

Το πόσο συχνά πληρώνετε το ασφάλιστρο: μηνιαία, τριμηνιαία, εξαμηνιαία ή ετήσια.

Γιατί έχει σημασία: Οι μικρότερες δόσεις συχνά κοστίζουν λίγο περισσότερο συνολικά.

Τιμαριθμική αναπροσαρμογή

EN Indexation RU Индексация

Αύξηση του ποσού ασφάλισης και του ασφαλίστρου κάθε χρόνο, ώστε η κάλυψη να μη χάνει αξία με τον πληθωρισμό.

Αίτηση και αξιολόγηση κινδύνου

Αναβολή

EN Postponement RU Отсрочка решения

Απόφαση της εταιρείας να μην αποφασίσει ακόμη, π.χ. μέχρι να ολοκληρωθεί μια θεραπεία.

Γιατί έχει σημασία: Δεν είναι οριστική άρνηση· μπορείτε να κάνετε ξανά αίτηση αργότερα.

Αξιολόγηση κινδύνου (underwriting)

EN Underwriting RU Андеррайтинг

Η διαδικασία με την οποία η εταιρεία εξετάζει την αίτησή σας και αποφασίζει αν και με ποιους όρους θα σας ασφαλίσει.

Γιατί έχει σημασία: Οι απαντήσεις σας εδώ καθορίζουν αν θα πληρωθεί αργότερα μια απαίτηση.

Απόρριψη αίτησης

EN Decline RU Отказ в страховании

Όταν η εταιρεία αρνείται να ασφαλίσει έναν κίνδυνο.

Γιατί έχει σημασία: Ρωτήστε τον λόγο· άλλη εταιρεία ή άλλο προϊόν μπορεί να έχει διαφορετικά κριτήρια.

Δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ)

EN Body mass index (BMI) RU Индекс массы тела (ИМТ)

Σχέση βάρους και ύψους που χρησιμοποιούν οι εταιρείες ως έναν από τους δείκτες υγείας.

Γιατί έχει σημασία: Πολύ υψηλός ή πολύ χαμηλός μπορεί να φέρει επασφάλιστρο.

Έκθεση θεράποντος ιατρού

EN Attending physician’s report RU Отчёт лечащего врача

Αναφορά που ζητά η εταιρεία από τον δικό σας γιατρό, με τη συγκατάθεσή σας.

Γιατί έχει σημασία: Μπορεί να καθυστερήσει την απόφαση· ενημερώστε τον γιατρό σας να απαντήσει.

Επασφάλιστρο

EN Loading RU Надбавка к взносу

Επιπλέον ασφάλιστρο για αυξημένο κίνδυνο, π.χ. λόγω υγείας, επαγγέλματος ή χόμπι.

Γιατί έχει σημασία: Σας επιτρέπει να ασφαλιστείτε όπου αλλιώς θα υπήρχε εξαίρεση ή άρνηση· ρωτήστε αν αναθεωρείται.

Ιατρικά στοιχεία (απόδειξη υγείας)

EN Evidence of health RU Медицинские данные (подтверждение здоровья)

Ό,τι ζητά η εταιρεία για να κρίνει την υγεία σας: ερωτηματολόγια, εξετάσεις, ιατρικές εκθέσεις.

Γιατί έχει σημασία: Χρειάζεται συνήθως σε νέα συμβόλαια, αυξήσεις κάλυψης και επαναφορές.

Ιατρική εξέταση

EN Medical examination RU Медицинский осмотр

Εξέταση από γιατρό που ορίζει η εταιρεία, συνήθως για μεγάλα ποσά ή μεγαλύτερες ηλικίες.

Γιατί έχει σημασία: Δεν σημαίνει ότι υποψιάζονται κάτι· εξαρτάται συχνά από ποσό και ηλικία.

Κανονικοί όροι

EN Standard terms RU Стандартные условия

Αποδοχή χωρίς επασφάλιστρο ή ειδικές εξαιρέσεις.

Γιατί έχει σημασία: Είναι το πιο συχνό αποτέλεσμα για τους περισσότερους αιτούντες.

Καπνιστής / μη καπνιστής

EN Smoker status RU Статус курильщика

Η κατάταξή σας ανάλογα με χρήση καπνού ή νικοτίνης, όπως την ορίζει η εταιρεία.

Γιατί έχει σημασία: Επηρεάζει έντονα την τιμή — και η λάθος δήλωση είναι μη δήλωση.

Κατηγορία επαγγέλματος

EN Occupation class RU Класс профессии

Κατάταξη της δουλειάς σας ανάλογα με τον κίνδυνο που ενέχει.

Γιατί έχει σημασία: Επηρεάζει την τιμή, κυρίως σε ατύχημα και απώλεια εισοδήματος· ενημερώστε αν αλλάξει.

Μη δήλωση (απόκρυψη)

EN Non-disclosure RU Сокрытие (нераскрытие) информации

Όταν κάτι σημαντικό δεν δηλώθηκε ή δηλώθηκε λάθος στην αίτηση.

Γιατί έχει σημασία: Είναι από τους συχνότερους λόγους άρνησης πληρωμής — όταν έχετε αμφιβολία, δηλώστε το.

Οικονομική αξιολόγηση

EN Financial underwriting RU Финансовый андеррайтинг

Έλεγχος ότι το ποσό ασφάλισης είναι λογικό σε σχέση με το εισόδημα ή τις υποχρεώσεις σας.

Γιατί έχει σημασία: Για μεγάλα ποσά μπορεί να ζητηθούν φορολογικά ή άλλα στοιχεία.

Όριο αυτόματης αποδοχής

EN Free cover limit RU Лимит без медицинского андеррайтинга

Σε ομαδικά σχέδια, το ποσό κάλυψης μέχρι το οποίο τα μέλη γίνονται δεκτά χωρίς ιατρικά.

Γιατί έχει σημασία: Πάνω από αυτό μπορεί να ζητηθούν στοιχεία υγείας για το επιπλέον ποσό.

Ουσιώδες γεγονός

EN Material fact RU Существенное обстоятельство

Πληροφορία που θα επηρέαζε την απόφαση ή την τιμή της εταιρείας αν την ήξερε.

Γιατί έχει σημασία: Ό,τι είναι ουσιώδες πρέπει να δηλωθεί, ακόμη κι αν σας φαίνεται μικρό.

Πρόταση ασφάλισης (αίτηση)

EN Proposal (application) form RU Заявление на страхование (анкета)

Το έντυπο με τις απαντήσεις σας για υγεία, συνήθειες και άλλα, στο οποίο βασίζεται το συμβόλαιο.

Γιατί έχει σημασία: Κρατήστε αντίγραφο· σε μια διαφορά, αυτό θα ελεγχθεί πρώτο.

Προϋπάρχουσα πάθηση

EN Pre-existing condition RU Ранее существовавшее заболевание

Πρόβλημα υγείας που υπήρχε πριν από την έναρξη του συμβολαίου· μπορεί να εξαιρείται ή να καλύπτεται με όρους. Δηλώνεται με ειλικρίνεια στην αίτηση.

Υποχρέωση δήλωσης

EN Duty of disclosure RU Обязанность раскрытия информации

Η υποχρέωσή σας να απαντήσετε ειλικρινά και πλήρως σε ό,τι σας ρωτά η εταιρεία πριν από τη σύμβαση.

Γιατί έχει σημασία: Η παράλειψη μπορεί να οδηγήσει σε άρνηση πληρωμής ή ακύρωση.

Πρόσθετες καλύψεις και σοβαρές ασθένειες

Απαλλαγή από την καταβολή ασφαλίστρων

EN Waiver of premium RU Освобождение от уплаты взносов

Πρόσθετη κάλυψη όπου η εταιρεία πληρώνει τα ασφάλιστρα για εσάς αν δεν μπορείτε να εργαστείτε λόγω ασθένειας ή ατυχήματος.

Γιατί έχει σημασία: Κρατά το συμβόλαιο ζωντανό τη στιγμή που το εισόδημά σας σταματά.

Αυτόνομη κάλυψη σοβαρών ασθενειών

EN Standalone critical illness cover RU Отдельная страховка критических заболеваний

Ξεχωριστό συμβόλαιο μόνο για σοβαρές ασθένειες.

Γιατί έχει σημασία: Μπορείτε να το κρατήσετε ή να το αλλάξετε ανεξάρτητα από την ασφάλεια ζωής.

Επίδομα νοσηλείας

EN Hospital cash RU Суточные при госпитализации

Σταθερό ποσό για κάθε μέρα που νοσηλεύεστε, ανεξάρτητα από τον λογαριασμό.

Γιατί έχει σημασία: Βοηθά με τα έξοδα γύρω από τη νοσηλεία, αλλά δεν πληρώνει το νοσοκομείο.

Κάλυψη παιδιών

EN Children’s benefit RU Покрытие детей

Πρόσθετη κάλυψη που πληρώνει ποσό για παιδιά του ασφαλισμένου σε ορισμένα γεγονότα.

Γιατί έχει σημασία: Συνήθως είναι μικρότερη από την κάλυψη του γονιού και λήγει σε ορισμένη ηλικία.

Καρκίνωμα in situ

EN Carcinoma in situ RU Карцинома in situ

Καρκίνος σε πολύ πρώιμο στάδιο, που δεν έχει εισβάλει σε γύρω ιστούς.

Γιατί έχει σημασία: Πολλά συμβόλαια δεν τον πληρώνουν ή πληρώνουν μόνο μέρος.

Λίστα σοβαρών ασθενειών

EN List of covered conditions RU Перечень критических заболеваний

Οι παθήσεις που καλύπτει ένα συμβόλαιο σοβαρών ασθενειών.

Γιατί έχει σημασία: Μετράει η ποιότητα των ορισμών, όχι μόνο ο αριθμός των παθήσεων.

Μόνιμα συμπτώματα

EN Permanent symptoms RU Стойкие симптомы

Απαίτηση σε ορισμένους ορισμούς τα συμπτώματα να παραμένουν για ορισμένο χρόνο.

Γιατί έχει σημασία: Μια πάθηση που υποχωρεί πλήρως μπορεί να μην πληρωθεί.

Ορισμός πάθησης

EN Condition definition RU Определение заболевания

Η ακριβής περιγραφή στο συμβόλαιο για το πότε μια ασθένεια πληρώνεται, π.χ. τι μετρά ως «έμφραγμα».

Γιατί έχει σημασία: Η διάγνωση από μόνη της δεν φτάνει· πρέπει να ταιριάζει με τον ορισμό.

Παροχή ανίατης ασθένειας τελικού σταδίου

EN Terminal illness benefit RU Выплата при терминальной стадии болезни

Πληρωμή της κάλυψης ζωής πριν από τον θάνατο, αν γιατροί βεβαιώσουν ότι η ζωή αναμένεται να είναι σύντομη, όπως ορίζει το συμβόλαιο.

Γιατί έχει σημασία: Δίνει χρήματα όταν χρειάζονται, όχι μετά.

Παροχή εξόδων κηδείας

EN Funeral benefit RU Выплата на похороны

Μικρό ποσό που ορισμένα συμβόλαια πληρώνουν γρήγορα για τα πρώτα έξοδα μετά από θάνατο.

Γιατί έχει σημασία: Βοηθά την οικογένεια πριν ολοκληρωθεί η κύρια απαίτηση.

Παροχή θανάτου από ατύχημα

EN Accidental death benefit RU Выплата при смерти от несчастного случая

Επιπλέον ποσό που πληρώνεται αν ο θάνατος οφείλεται σε ατύχημα.

Γιατί έχει σημασία: Δεν πληρώνει για θάνατο από ασθένεια, που είναι και ο πιο συχνός.

Παροχή χειρουργικής επέμβασης

EN Surgical benefit RU Выплата за операцию

Σταθερό ποσό ανά επέμβαση, συχνά ανάλογα με την κατηγορία της επέμβασης.

Γιατί έχει σημασία: Δεν σχετίζεται με το πραγματικό κόστος — δείτε τον πίνακα επεμβάσεων.

Περίοδος επιβίωσης

EN Survival period RU Период выживания

Ο ελάχιστος χρόνος που πρέπει να ζήσει ο ασφαλισμένος μετά τη διάγνωση για να πληρωθεί η κάλυψη σοβαρών ασθενειών.

Γιατί έχει σημασία: Αν δεν συμπληρωθεί, πληρώνει ίσως η ασφάλεια ζωής αντί γι’ αυτήν.

Πληρωμή ανάλογα με τη σοβαρότητα

EN Severity-based payment RU Выплата по степени тяжести

Δομή όπου πληρώνεται μικρότερο ποσοστό για λιγότερο σοβαρές μορφές μιας πάθησης και ολόκληρο για τις σοβαρές.

Γιατί έχει σημασία: Πληρώνει νωρίτερα σε πρώιμα στάδια, αλλά μειώνει ό,τι μένει για αργότερα.

Προκαταβολική κάλυψη

EN Accelerated cover RU Ускоренное покрытие

Σοβαρές ασθένειες που προκαταβάλλουν μέρος ή όλη την κάλυψη ζωής· μετά την πληρωμή, η κάλυψη ζωής μειώνεται.

Γιατί έχει σημασία: Είναι φθηνότερη, αλλά η οικογένεια μπορεί να μείνει με λιγότερη κάλυψη ζωής.

Πρόσθετη (ανεξάρτητη) κάλυψη

EN Additional cover RU Дополнительное (независимое) покрытие

Σοβαρές ασθένειες που πληρώνουν χωρίς να μειώνουν την κάλυψη ζωής.

Γιατί έχει σημασία: Κοστίζει περισσότερο, αλλά η προστασία της οικογένειας μένει ακέραιη.

Πρόσθετη κάλυψη

EN Rider (add-on cover) RU Дополнительное покрытие (райдер)

Κάλυψη που προστίθεται σε ένα βασικό συμβόλαιο, π.χ. σοβαρές ασθένειες σε ασφάλεια ζωής.

Σοβαρές ασθένειες

EN Critical illness RU Критические заболевания

Κάλυψη που πληρώνει κεφάλαιο σε διάγνωση πάθησης από τη λίστα του συμβολαίου.

Σοβαρές ασθένειες παιδιών

EN Children’s critical illness RU Критические заболевания детей

Κάλυψη μέσα στο συμβόλαιο του γονιού που πληρώνει αν ένα παιδί διαγνωστεί με πάθηση της λίστας.

Γιατί έχει σημασία: Δίνει στους γονείς χρόνο και χρήματα να είναι δίπλα στο παιδί.

Εισόδημα, ανικανότητα, ατυχήματα

Αναλογική παροχή

EN Proportionate benefit RU Пропорциональная выплата

Μειωμένη παροχή όταν επιστρέφετε σε δουλειά με χαμηλότερο εισόδημα λόγω της ασθένειας.

Γιατί έχει σημασία: Καλύπτει μέρος της διαφοράς αντί να σταματήσει απότομα η πληρωμή.

Απώλεια εισοδήματος

EN Income protection RU Защита дохода

Κάλυψη που πληρώνει τακτικό ποσό όταν δεν μπορείτε να εργαστείτε λόγω ασθένειας ή ατυχήματος.

Ασφάλεια προσωπικού ατυχήματος

EN Personal accident insurance RU Страхование от несчастных случаев

Κάλυψη για θάνατο, ανικανότητα ή έξοδα που προκαλούνται μόνο από ατύχημα.

Γιατί έχει σημασία: Δεν καλύπτει ασθένειες, που είναι η συχνότερη αιτία ανικανότητας.

Διάρκεια παροχής

EN Benefit period RU Срок выплат

Για πόσο καιρό το πολύ πληρώνει η απώλεια εισοδήματος σε μία απαίτηση.

Γιατί έχει σημασία: Μικρή διάρκεια κοστίζει λιγότερο αλλά αφήνει κενό σε μακρά ασθένεια.

Δική σας εργασία (own occupation)

EN Own occupation RU Своя профессия (own occupation)

Ορισμός όπου πληρώνεστε αν δεν μπορείτε να κάνετε τη δική σας δουλειά.

Γιατί έχει σημασία: Είναι ο πιο ευνοϊκός ορισμός για εσάς.

Επικίνδυνη δραστηριότητα

EN Hazardous activity RU Опасный вид деятельности

Άθλημα ή χόμπι με αυξημένο κίνδυνο που το συμβόλαιο μπορεί να εξαιρεί ή να καλύπτει με επασφάλιστρο.

Γιατί έχει σημασία: Δηλώστε το στην αίτηση· αλλιώς ένας τραυματισμός μπορεί να μην πληρωθεί.

Ηλικία λήξης παροχής

EN Benefit cessation age RU Возраст прекращения выплат

Η ηλικία μετά την οποία η απώλεια εισοδήματος δεν πληρώνει πια.

Γιατί έχει σημασία: Καλό είναι να συμπίπτει με την ηλικία που σκοπεύετε να σταματήσετε να εργάζεστε.

Κάλυψη 24 ωρών

EN 24-hour cover RU Круглосуточное покрытие

Κάλυψη ατυχήματος που ισχύει παντού, όχι μόνο στη δουλειά.

Γιατί έχει σημασία: Η ευθύνη εργοδότη καλύπτει συνήθως μόνο ατυχήματα στην εργασία.

Κατάλληλη εργασία (suited occupation)

EN Suited occupation RU Подходящая профессия (suited occupation)

Ορισμός όπου πληρώνεστε αν δεν μπορείτε να κάνετε καμία δουλειά που ταιριάζει στις γνώσεις και την εμπειρία σας.

Γιατί έχει σημασία: Πιο αυστηρός από τη δική σας εργασία.

Κλιμακούμενη παροχή

EN Escalating benefit RU Растущая выплата

Παροχή που αυξάνεται κάθε χρόνο όσο διαρκεί η απαίτηση.

Γιατί έχει σημασία: Προστατεύει από τον πληθωρισμό σε μακρές ασθένειες.

Μόνιμη μερική ανικανότητα

EN Permanent partial disability RU Постоянная частичная нетрудоспособность

Μόνιμη απώλεια μέρους της λειτουργίας του σώματος, π.χ. ενός δαχτύλου ή της όρασης ενός ματιού.

Γιατί έχει σημασία: Πληρώνεται συνήθως ποσοστό του κεφαλαίου με βάση πίνακα.

Μόνιμη ολική ανικανότητα

EN Permanent total disability RU Постоянная полная нетрудоспособность

Ανικανότητα που κρίνεται ότι δεν θα βελτιωθεί και εμποδίζει την εργασία, όπως ορίζει το συμβόλαιο.

Γιατί έχει σημασία: Συχνά απαιτεί αναμονή μηνών πριν κριθεί «μόνιμη».

Ολική ανικανότητα

EN Total disability RU Полная нетрудоспособность

Αδυναμία να κάνετε τα βασικά καθήκοντα της δουλειάς σας ή οποιασδήποτε δουλειάς, όπως ορίζει το συμβόλαιο.

Γιατί έχει σημασία: Η διατύπωση «ή οποιασδήποτε» κάνει τεράστια διαφορά.

Οποιαδήποτε εργασία (any occupation)

EN Any occupation RU Любая профессия (any occupation)

Ορισμός όπου πληρώνεστε μόνο αν δεν μπορείτε να κάνετε καμία απολύτως δουλειά.

Γιατί έχει σημασία: Είναι ο πιο αυστηρός ορισμός· διαβάστε τον πριν αγοράσετε.

Ορισμός ατυχήματος

EN Definition of accident RU Определение несчастного случая

Συνήθως ένα ξαφνικό, απρόβλεπτο, εξωτερικό και βίαιο γεγονός, όπως το ορίζει το συμβόλαιο.

Γιατί έχει σημασία: Τραυματισμοί που προκύπτουν σταδιακά ή από φθορά μπορεί να μη μετρούν ως ατύχημα.

Παροχή αποκατάστασης

EN Rehabilitation benefit RU Реабилитационная выплата

Παροχή όταν επιστρέφετε στη δουλειά σας με μειωμένο ωράριο ή ικανότητα.

Γιατί έχει σημασία: Βοηθά τη σταδιακή επιστροφή χωρίς οικονομικό σοκ.

Παροχή κατάγματος

EN Fracture benefit RU Выплата при переломе

Σταθερό ποσό για συγκεκριμένα κατάγματα από ατύχημα.

Γιατί έχει σημασία: Πληρώνει ακόμη κι αν αναρρώσετε πλήρως.

Περίοδος αναστολής παροχής (deferred period)

EN Deferred period RU Отсроченный период

Ο χρόνος που πρέπει να μην μπορείτε να εργαστείτε πριν αρχίσει να πληρώνει η απώλεια εισοδήματος.

Γιατί έχει σημασία: Όσο πιο μεγάλος, τόσο φθηνότερος — αλλά πρέπει να αντέξετε οικονομικά ως τότε.

Περιορισμός παροχής

EN Limitation of benefit RU Ограничение выплаты

Όρος που μειώνει την παροχή ώστε, μαζί με άλλα εισοδήματα ή επιδόματα, να μην ξεπερνά ένα ποσοστό του εισοδήματός σας.

Γιατί έχει σημασία: Η ασφάλιση πάνω από το όριο μπορεί να είναι πληρωμένα ασφάλιστρα χωρίς όφελος.

Πίνακας ποσοστών αναπηρίας

EN Disability benefit table RU Таблица процентов инвалидности

Πίνακας στο συμβόλαιο ατυχήματος που ορίζει τι ποσοστό πληρώνεται για κάθε μόνιμη απώλεια.

Γιατί έχει σημασία: Από αυτόν εξαρτάται πόσα θα πάρετε — ζητήστε τον.

Προσωρινή ολική ανικανότητα

EN Temporary total disability RU Временная полная нетрудоспособность

Περίοδος που δεν μπορείτε να εργαστείτε λόγω ατυχήματος ή ασθένειας, αλλά αναμένεται ανάρρωση.

Γιατί έχει σημασία: Πληρώνει συνήθως εβδομαδιαίο ή μηνιαίο ποσό για περιορισμένο διάστημα.

Συνδεδεμένη απαίτηση (υποτροπή)

EN Linked claim (relapse) RU Связанный случай (рецидив)

Όρος που αντιμετωπίζει μια νέα περίοδο ασθένειας από την ίδια αιτία ως συνέχεια της προηγούμενης.

Γιατί έχει σημασία: Μπορεί να μη χρειαστεί να περιμένετε ξανά την περίοδο αναμονής.

Υγεία και νοσοκομείο

Αισθητική επέμβαση

EN Cosmetic surgery RU Косметическая операция

Επέμβαση για εμφάνιση χωρίς ιατρική ανάγκη.

Γιατί έχει σημασία: Σχεδόν πάντα εξαιρείται από τα σχέδια υγείας.

Αναλογική μείωση

EN Proportional reduction RU Пропорциональное уменьшение

Όρος όπου, αν το δωμάτιο ξεπερνά το όριο, η εταιρεία μειώνει αναλογικά και τα άλλα έξοδα της νοσηλείας.

Γιατί έχει σημασία: Μια μικρή αναβάθμιση δωματίου μπορεί να κοστίσει πολύ περισσότερο από τη διαφορά της τιμής.

Αναλυτικός λογαριασμός

EN Itemised bill RU Детализированный счёт

Λογαριασμός που δείχνει κάθε υπηρεσία, υλικό και φάρμακο χωριστά.

Γιατί έχει σημασία: Σας επιτρέπει να ελέγξετε λάθη και να καταλάβετε τι δεν πλήρωσε η εταιρεία.

Ανανέωση

EN Renewal RU Продление

Η συνέχιση ενός ετήσιου συμβολαίου για νέα περίοδο, συχνά με νέα τιμή ή όρους.

Γιατί έχει σημασία: Διαβάζετε την ειδοποίηση ανανέωσης για αλλαγές πριν πληρώσετε.

Ανώτατο όριο συμμετοχής

EN Out-of-pocket maximum RU Предел собственных расходов

Το περισσότερο που θα πληρώσετε εσείς μέσα σε μια περίοδο για καλυπτόμενη περίθαλψη, όπου υπάρχει τέτοιο όριο.

Γιατί έχει σημασία: Βάζει ταβάνι στον λογαριασμό σας σε μια κακή χρονιά — δείτε αν το σχέδιό σας έχει.

Απευθείας εξόφληση

EN Direct billing (direct settlement) RU Прямой расчёт

Η εταιρεία πληρώνει απευθείας το νοσοκομείο, κι εσείς μόνο το δικό σας μερίδιο.

Γιατί έχει σημασία: Δεν χρειάζεται να βρείτε μεγάλα ποσά τη στιγμή της νοσηλείας.

Αποζημίωση εξόδων (επιστροφή)

EN Reimbursement RU Возмещение расходов

Πληρώνετε εσείς και μετά στέλνετε αποδείξεις για να πάρετε πίσω ό,τι καλύπτεται.

Γιατί έχει σημασία: Κρατήστε πρωτότυπες αποδείξεις και τηρήστε τις προθεσμίες.

ΓεΣΥ

EN GESY RU GESY (Всеобщая система здравоохранения)

Το Γενικό Σύστημα Υγείας της Κύπρου: περίθαλψη μέσω προσωπικού ιατρού, ειδικών με παραπεμπτικό και νοσοκομείων που συμμετέχουν.

Δεύτερη ιατρική γνώμη

EN Second medical opinion RU Второе медицинское мнение

Υπηρεσία όπου άλλος ειδικός εξετάζει τη διάγνωση ή τη θεραπεία σας.

Γιατί έχει σημασία: Βοηθά σε σοβαρές αποφάσεις, χωρίς να αλλάζει από μόνη της τι καλύπτεται.

Δίκτυο συνεργαζόμενων παρόχων

EN Provider network RU Сеть партнёрских клиник

Τα νοσοκομεία, γιατροί και εργαστήρια με τα οποία η εταιρεία έχει συμφωνία.

Γιατί έχει σημασία: Μέσα στο δίκτυο συνήθως πληρώνετε λιγότερα και δεν προπληρώνετε.

Εγγυημένη ανανέωση

EN Guaranteed renewal RU Гарантированное продление

Δέσμευση ότι το σχέδιο θα ανανεώνεται ανεξάρτητα από ηλικία, υγεία ή απαιτήσεις, όπως ορίζει το συμβόλαιο.

Γιατί έχει σημασία: Σας προστατεύει από απώλεια κάλυψης όταν τη χρειάζεστε περισσότερο· η τιμή μπορεί να αλλάζει.

Εκτός δικτύου

EN Out of network RU Вне сети

Πάροχος που δεν έχει συμφωνία με την εταιρεία σας.

Γιατί έχει σημασία: Μπορεί να πληρώσετε πρώτα και να πάρετε πίσω λιγότερα από όσα δώσατε.

Έξοδα πριν και μετά τη νοσηλεία

EN Pre- and post-hospital costs RU Расходы до и после госпитализации

Εξετάσεις και επισκέψεις λίγο πριν από μια εισαγωγή και η παρακολούθηση μετά, που ορισμένα σχέδια καλύπτουν για περιορισμένο διάστημα.

Γιατί έχει σημασία: Χωρίς αυτά, μπορεί να πληρώσετε μόνοι τις εξετάσεις γύρω από μια επέμβαση.

Εξωνοσοκομειακή περίθαλψη

EN Outpatient care RU Амбулаторная помощь

Περίθαλψη χωρίς εισαγωγή: επισκέψεις σε γιατρούς, εξετάσεις, φυσιοθεραπεία.

Γιατί έχει σημασία: Συχνά έχει δικά της, χαμηλότερα όρια ή δεν καλύπτεται καθόλου.

Επανορθωτική επέμβαση

EN Reconstructive surgery RU Реконструктивная операция

Επέμβαση για να αποκατασταθεί λειτουργία ή μορφή μετά από ατύχημα, ασθένεια ή θεραπεία.

Γιατί έχει σημασία: Συχνά καλύπτεται όταν συνδέεται με καλυπτόμενη θεραπεία, π.χ. μετά από καρκίνο.

Επείγον περιστατικό

EN Emergency RU Экстренный случай

Κατάσταση που χρειάζεται άμεση ιατρική φροντίδα για να αποφευχθεί σοβαρή βλάβη.

Γιατί έχει σημασία: Συνήθως δεν απαιτεί προέγκριση, αλλά η εταιρεία πρέπει να ενημερωθεί όσο πιο γρήγορα γίνεται.

Επείγοντα στο εξωτερικό

EN Emergency cover abroad RU Экстренная помощь за границей

Κάλυψη μόνο για ξαφνική ασθένεια ή ατύχημα όσο ταξιδεύετε, όχι για προγραμματισμένη θεραπεία.

Γιατί έχει σημασία: Δεν σας καλύπτει αν ταξιδέψετε ειδικά για να θεραπευτείτε.

Επέμβαση ημέρας

EN Day case RU Операция одного дня

Επέμβαση όπου μπαίνετε και βγαίνετε την ίδια μέρα.

Γιατί έχει σημασία: Ανάλογα με το σχέδιο, μετρά ως νοσηλεία ή ως εξωνοσοκομειακή — αλλάζει τι πληρώνετε.

Επιμέρους όριο

EN Sub-limit RU Подлимит

Ξεχωριστό όριο για συγκεκριμένο έξοδο, π.χ. δωμάτιο, χειρουργό, φυσιοθεραπεία, μέσα στο συνολικό όριο.

Γιατί έχει σημασία: Μπορεί να πληρώσετε διαφορά ακόμη κι αν δεν έχετε φτάσει το συνολικό όριο.

Ετήσιο όριο

EN Annual limit RU Годовой лимит

Το ανώτατο ποσό που πληρώνει το σχέδιο για έναν ασφαλισμένο μέσα σε ένα χρόνο.

Γιατί έχει σημασία: Μια σοβαρή ασθένεια μπορεί να το εξαντλήσει· ό,τι είναι πάνω το πληρώνετε εσείς.

Εύλογες και συνήθεις χρεώσεις

EN Reasonable and customary charges RU Разумные и обычные тарифы

Το επίπεδο τιμής που θεωρεί η εταιρεία λογικό για μια υπηρεσία σε μια περιοχή.

Γιατί έχει σημασία: Αν ο γιατρός χρεώσει περισσότερο, τη διαφορά μπορεί να την πληρώσετε εσείς.

Ευρωπαϊκή Κάρτα Ασφάλισης Ασθένειας

EN European Health Insurance Card (EHIC) RU Европейская карта медицинского страхования (EHIC)

Κάρτα που δίνει πρόσβαση σε αναγκαία δημόσια περίθαλψη σε άλλες χώρες της ΕΕ με τους ίδιους όρους με τους ντόπιους.

Γιατί έχει σημασία: Δεν αντικαθιστά την ταξιδιωτική ασφάλιση· δεν καλύπτει π.χ. επαναπατρισμό ή ιδιωτικά νοσοκομεία.

Θέση νοσηλείας

EN Room class RU Класс палаты

Το είδος δωματίου που καλύπτει το σχέδιο: θάλαμος, δίκλινο ή μονόκλινο.

Γιατί έχει σημασία: Καθορίζει την άνεση και, σε πολλά σχέδια, πόσα θα πληρώσει η εταιρεία για όλη τη νοσηλεία.

Ιατρική αναγκαιότητα

EN Medical necessity RU Медицинская необходимость

Η απαίτηση να είναι μια θεραπεία απαραίτητη και κατάλληλη για την πάθησή σας.

Γιατί έχει σημασία: Η εταιρεία μπορεί να αρνηθεί θεραπεία που κρίνει μη αναγκαία — κρατήστε την τεκμηρίωση του γιατρού.

Κάλυψη μητρότητας

EN Maternity cover RU Покрытие беременности и родов

Κάλυψη εξόδων τοκετού και, ανάλογα με το σχέδιο, επιπλοκών εγκυμοσύνης.

Γιατί έχει σημασία: Συνήθως έχει περίοδο αναμονής, άρα πρέπει να υπάρχει πριν από την εγκυμοσύνη.

Κάλυψη νεογέννητου

EN Newborn cover RU Покрытие новорождённого

Ο όρος για το αν και από πότε καλύπτεται ένα μωρό στο σχέδιο των γονιών.

Γιατί έχει σημασία: Συχνά πρέπει να δηλωθεί μέσα σε προθεσμία για να καλυφθεί χωρίς εξαιρέσεις.

Κάρτα υγείας

EN Health insurance card RU Карта медстраховки

Κάρτα που δείχνετε σε συνεργαζόμενο πάροχο ώστε να χρεώνεται απευθείας η εταιρεία.

Γιατί έχει σημασία: Χωρίς αυτήν μπορεί να σας ζητήσουν να πληρώσετε πρώτα.

Μορατόριουμ (αναμονή για προϋπάρχουσες)

EN Moratorium underwriting RU Мораторий (без полного андеррайтинга)

Τρόπος αποδοχής χωρίς πλήρη ιατρικά, όπου οι προϋπάρχουσες παθήσεις εξαιρούνται για ένα διάστημα και ίσως καλυφθούν αργότερα με όρους.

Γιατί έχει σημασία: Είναι πιο εύκολο στην αρχή, αλλά δεν ξέρετε από πριν τι ακριβώς εξαιρείται.

Νοσηλεία (εσωτερικός ασθενής)

EN Inpatient RU Стационарное лечение

Θεραπεία όπου εισάγεστε στο νοσοκομείο, συνήθως με διανυκτέρευση.

Γιατί έχει σημασία: Είναι ο πυρήνας των περισσότερων σχεδίων υγείας.

Οικογενειακό σχέδιο

EN Family plan RU Семейный полис

Ένα συμβόλαιο που καλύπτει περισσότερα μέλη μιας οικογένειας.

Γιατί έχει σημασία: Όταν ένα παιδί ενηλικιωθεί ή κάποιος φύγει, ελέγξτε πώς περνά σε δικό του σχέδιο χωρίς κενό.

Οξεία πάθηση

EN Acute condition RU Острое заболевание

Πάθηση που εμφανίζεται ξαφνικά και αναμένεται να θεραπευτεί.

Γιατί έχει σημασία: Είναι αυτό που καλύπτουν κυρίως τα σχέδια υγείας.

Όριο δωματίου (ανά ημέρα)

EN Room limit (per day) RU Лимит на палату (в день)

Το ανώτατο ποσό που πληρώνει το σχέδιο για κάθε μέρα δωματίου στο νοσοκομείο.

Γιατί έχει σημασία: Αν πάρετε ακριβότερο δωμάτιο, μπορεί να πληρώσετε τη διαφορά — ή και περισσότερο.

Όριο ζωής

EN Lifetime limit RU Пожизненный лимит

Το ανώτατο ποσό που θα πληρώσει το σχέδιο για έναν ασφαλισμένο σε όλη τη διάρκεια της ασφάλισης.

Γιατί έχει σημασία: Μετράει για χρόνιες ή επαναλαμβανόμενες θεραπείες.

Παγκόσμια κάλυψη

EN Worldwide cover RU Покрытие по всему миру

Σχέδιο υγείας που καλύπτει προγραμματισμένη θεραπεία και σε άλλες χώρες, συχνά με εξαιρέσεις για ορισμένες.

Γιατί έχει σημασία: Διαφέρει πολύ από την κάλυψη μόνο επειγόντων στο εξωτερικό.

Παραπεμπτικό

EN Referral RU Направление

Σημείωμα του προσωπικού σας γιατρού για να δείτε ειδικό ή να κάνετε εξετάσεις στο ΓεΣΥ.

Γιατί έχει σημασία: Χωρίς αυτό, μια επίσκεψη σε ειδικό του ΓεΣΥ μπορεί να κοστίσει περισσότερο ή να μην καλύπτεται.

Πίνακας αμοιβών

EN Fee schedule RU Тарифная сетка

Κατάλογος με τα ποσά που πληρώνει η εταιρεία για κάθε πράξη ή επέμβαση.

Γιατί έχει σημασία: Ζητήστε τον πριν από επέμβαση για να ξέρετε αν θα μείνει διαφορά.

Πλήρης ιατρική αξιολόγηση

EN Full medical underwriting RU Полный медицинский андеррайтинг

Δηλώνετε όλο το ιστορικό σας από την αρχή και η εταιρεία αποφασίζει τι καλύπτει πριν ξεκινήσει το σχέδιο.

Γιατί έχει σημασία: Ξέρετε από την πρώτη μέρα τι εξαιρείται.

Προέγκριση

EN Pre-authorisation RU Предварительное одобрение

Έγκριση που δίνει η εταιρεία πριν από προγραμματισμένη θεραπεία ή εισαγωγή.

Γιατί έχει σημασία: Μειώνει τις εκπλήξεις, αλλά δεν εγγυάται ότι θα πληρωθεί κάθε έξοδο.

Προσωπικός ιατρός

EN Personal doctor RU Личный врач

Ο γιατρός στο ΓεΣΥ που επιλέγετε και που δίνει τα παραπεμπτικά για ειδικούς και εξετάσεις.

Σταθερή συμμετοχή (co-payment)

EN Co-payment (fixed) RU Фиксированный соплатёж

Ένα σταθερό ποσό που πληρώνετε εσείς σε κάθε υπηρεσία, π.χ. σε κάθε επίσκεψη.

Γιατί έχει σημασία: Ξέρετε από πριν το κόστος κάθε επίσκεψης· αθροίζεται αν πηγαίνετε συχνά.

Συγγενής πάθηση

EN Congenital condition RU Врождённое заболевание

Πάθηση που υπάρχει από τη γέννηση.

Γιατί έχει σημασία: Πολλά σχέδια την εξαιρούν ή την καλύπτουν μόνο με όρους.

Συμμετοχή (συνασφάλιση)

EN Co-insurance (co-payment) RU Соплатёж (сострахование)

Ποσοστό του κόστους που πληρώνετε εσείς σε κάθε απαίτηση, συνήθως σε σχέδια υγείας.

Συμμετοχή στο ΓεΣΥ

EN GESY co-payment RU Соплатёж в GESY

Μικρό ποσό που πληρώνει ο ασφαλισμένος του ΓεΣΥ για ορισμένες υπηρεσίες, με ετήσια ανώτατα όρια.

Γιατί έχει σημασία: Τα ποσά τα ορίζει ο ΟΑΥ — ελέγχετε τα τρέχοντα στην επίσημη ιστοσελίδα.

Σχέδιο συμπληρωματικό του ΓεΣΥ

EN GESY-complementary plan RU Полис в дополнение к GESY

Ιδιωτικό σχέδιο υγείας σχεδιασμένο να καλύπτει ό,τι δεν καλύπτει ή δεν δίνει γρήγορα το ΓεΣΥ.

Γιατί έχει σημασία: Συνήθως κοστίζει λιγότερο από πλήρες σχέδιο, αλλά καλύπτει λιγότερα.

Χρέωση διαφοράς

EN Balance billing RU Выставление разницы

Όταν ο πάροχος σας χρεώνει ό,τι δεν πλήρωσε η εταιρεία πάνω από το όριό της.

Γιατί έχει σημασία: Είναι η πιο συχνή «έκπληξη» στον λογαριασμό — ρωτήστε πριν.

Χρόνια πάθηση

EN Chronic condition RU Хроническое заболевание

Πάθηση που διαρκεί πολύ ή επανέρχεται και χρειάζεται συνεχή παρακολούθηση.

Γιατί έχει σημασία: Πολλά σχέδια καλύπτουν τις οξείες κρίσεις αλλά όχι τη μακροχρόνια διαχείριση.

Απαιτήσεις και πληρωμές

Απαίτηση (αποζημίωση)

EN Claim RU Страховое требование (заявление об убытке)

Το αίτημα προς την ασφαλιστική εταιρεία να πληρώσει για κάτι που συνέβη.

Αποζημίωση (αρχή αποζημίωσης)

EN Indemnity RU Возмещение (принцип возмещения)

Η αρχή ότι η ασφάλεια σας επαναφέρει στη θέση πριν από τη ζημιά, χωρίς να σας κάνει να κερδίσετε.

Γιατί έχει σημασία: Γι’ αυτό δύο συμβόλαια αποζημίωσης δεν πληρώνουν το ίδιο έξοδο δύο φορές.

Έντυπο απαίτησης

EN Claim form RU Форма заявления о выплате

Το έντυπο που συμπληρώνετε για να ζητήσετε πληρωμή.

Γιατί έχει σημασία: Τα κενά ή τα λάθη καθυστερούν την πληρωμή — συμπληρώστε το προσεκτικά και κρατήστε αντίγραφο.

Μερική πληρωμή

EN Partial payment RU Частичная выплата

Πληρωμή μέρους μιας απαίτησης, π.χ. επειδή κάποια έξοδα δεν καλύπτονται.

Γιατί έχει σημασία: Μπορείτε να ζητήσετε γραπτή εξήγηση για ό,τι δεν πληρώθηκε.

Πιστοποιητικό θανάτου

EN Death certificate RU Свидетельство о смерти

Επίσημο έγγραφο που βεβαιώνει τον θάνατο και την αιτία του.

Γιατί έχει σημασία: Είναι βασικό έγγραφο για κάθε απαίτηση ζωής· ζητήστε αρκετά αντίγραφα.

Πραγματογνώμονας

EN Loss adjuster RU Аварийный комиссар (оценщик убытков)

Ειδικός που εξετάζει μια ζημιά για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρείας και εκτιμά το κόστος.

Ρήτρα συνεισφοράς

EN Contribution clause RU Оговорка о долевом участии

Όρος για το πώς μοιράζονται την πληρωμή δύο εταιρείες που καλύπτουν τον ίδιο κίνδυνο αποζημίωσης.

Γιατί έχει σημασία: Πρέπει να δηλώνετε ότι έχετε άλλη ασφάλεια για το ίδιο.

Σταθερή παροχή

EN Fixed benefit RU Фиксированная выплата

Παροχή ορισμένου ποσού όταν συμβεί ένα γεγονός, ανεξάρτητα από τα πραγματικά έξοδα.

Γιατί έχει σημασία: Μπορεί να πληρωθεί μαζί με άλλα συμβόλαια, γιατί δεν αποζημιώνει έξοδα.

Υποκατάσταση

EN Subrogation RU Суброгация

Το δικαίωμα της εταιρείας, αφού σας πληρώσει, να διεκδικήσει τα χρήματα από αυτόν που προκάλεσε τη ζημιά.

Γιατί έχει σημασία: Μην υπογράφετε συμφωνίες με τον υπαίτιο χωρίς να ρωτήσετε την εταιρεία.

Χαριστική πληρωμή (ex gratia)

EN Ex gratia payment RU Выплата ex gratia (добровольная)

Πληρωμή που κάνει η εταιρεία χωρίς να είναι υποχρεωμένη από το συμβόλαιο.

Γιατί έχει σημασία: Δεν δημιουργεί δικαίωμα για το μέλλον.

Χειριστής απαιτήσεων

EN Claims handler RU Специалист по урегулированию

Ο υπάλληλος της εταιρείας που εξετάζει την απαίτησή σας και αποφασίζει.

Γιατί έχει σημασία: Ζητήστε όνομα και αριθμό φακέλου για να ξέρετε με ποιον μιλάτε.

Σύνταξη και ταμεία προνοίας

Ασφαλιστέες αποδοχές

EN Insurable earnings RU Страхуемый заработок

Οι αποδοχές πάνω στις οποίες υπολογίζονται οι εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μέχρι ένα ανώτατο όριο.

Γιατί έχει σημασία: Όσοι κερδίζουν πάνω από το όριο έχουν μεγαλύτερο κενό στη σύνταξη σε σχέση με τον μισθό.

Ατομικό συνταξιοδοτικό σχέδιο

EN Personal pension plan RU Личный пенсионный план

Σχέδιο που κάνετε μόνοι σας, συνήθως σε ασφαλιστική εταιρεία, για να αποταμιεύσετε για τη σύνταξη.

Γιατί έχει σημασία: Σας ανήκει ανεξάρτητα από τη δουλειά σας.

Εγγυημένη περίοδος προσόδου

EN Annuity guaranteed period RU Гарантированный период аннуитета

Ελάχιστος αριθμός ετών που θα πληρωθεί μια πρόσοδος, ακόμη κι αν πεθάνετε νωρίτερα.

Γιατί έχει σημασία: Προστατεύει την οικογένεια αν ο θάνατος έρθει λίγο μετά την έναρξη.

Εξαγορά σύνταξης (εφάπαξ)

EN Commutation RU Коммутация пенсии

Η μετατροπή μέρους μιας σύνταξης σε εφάπαξ ποσό, όπου το επιτρέπουν οι κανόνες.

Γιατί έχει σημασία: Μειώνει το μηνιαίο εισόδημα που μένει.

Επαγγελματικό συνταξιοδοτικό σχέδιο

EN Occupational pension scheme RU Профессиональная пенсионная схема

Σχέδιο σύνταξης που οργανώνει ένας εργοδότης ή κλάδος για το προσωπικό του.

Γιατί έχει σημασία: Οι κανόνες για αποχώρηση, κατοχύρωση και πληρωμή είναι στο καταστατικό του.

Επίδομα ασθενείας

EN Sickness benefit RU Пособие по болезни

Επίδομα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων όταν δεν μπορείτε να εργαστείτε λόγω ασθένειας, με προϋποθέσεις.

Γιατί έχει σημασία: Βοηθά να διαλέξετε την περίοδο αναμονής μιας ιδιωτικής κάλυψης εισοδήματος.

Καθορισμένες εισφορές

EN Defined contribution RU Схема с установленными взносами

Σχέδιο όπου ορίζεται πόσα πληρώνονται, ενώ το τελικό ποσό εξαρτάται από τις αποδόσεις.

Γιατί έχει σημασία: Τον κίνδυνο της απόδοσης τον φέρει το μέλος.

Καθορισμένες παροχές

EN Defined benefit RU Схема с установленными выплатами

Σχέδιο όπου η σύνταξη υπολογίζεται με τύπο, π.χ. με βάση μισθό και χρόνια υπηρεσίας.

Γιατί έχει σημασία: Τον κίνδυνο να μη φτάνουν τα χρήματα τον φέρει κυρίως ο φορέας του σχεδίου.

Κατοχύρωση δικαιωμάτων

EN Vesting RU Закрепление прав (vesting)

Το σημείο από το οποίο οι εισφορές του εργοδότη γίνονται δικές σας σύμφωνα με τους κανόνες του ταμείου.

Γιατί έχει σημασία: Αν φύγετε νωρίς, μπορεί να μην πάρετε όλες τις εισφορές του εργοδότη.

Κενό σύνταξης

EN Retirement gap RU Пенсионный разрыв

Η διαφορά ανάμεσα σε όσα θα χρειάζεστε στη σύνταξη και σε όσα θα σας δίνουν οι συντάξεις σας.

Γιατί έχει σημασία: Όσο νωρίτερα το υπολογίσετε, τόσο μικρότερες οι μηνιαίες καταβολές για να καλυφθεί.

Κοινωνικές Ασφαλίσεις

EN Social Insurance RU Социальное страхование

Το κρατικό σύστημα που πληρώνει συντάξεις και επιδόματα (ασθένειας, μητρότητας, χηρείας κ.ά.) από τις εισφορές εργαζομένων, εργοδοτών και κράτους.

Γιατί έχει σημασία: Πριν αγοράσετε ιδιωτική κάλυψη, δείτε τι σας δίνει ήδη.

Πανευρωπαϊκό ατομικό συνταξιοδοτικό προϊόν (PEPP)

EN Pan-European Personal Pension Product (PEPP) RU Общеевропейский личный пенсионный продукт (PEPP)

Προαιρετικό ατομικό συνταξιοδοτικό προϊόν της ΕΕ που μπορεί να μεταφερθεί από χώρα σε χώρα.

Γιατί έχει σημασία: Η διαθεσιμότητά του στην πράξη είναι πολύ περιορισμένη.

Πρόσοδος (annuity)

EN Annuity RU Аннуитет

Μετατροπή ενός κεφαλαίου σε τακτικό εισόδημα, συνήθως για όλη τη ζωή ή για ορισμένα χρόνια.

Γιατί έχει σημασία: Σας προστατεύει από το να τελειώσουν τα χρήματα, αλλά η απόφαση συνήθως δεν αλλάζει μετά.

Πυλώνες σύνταξης

EN Pension pillars RU Опоры пенсионной системы

Ο διαχωρισμός του εισοδήματος σύνταξης σε κρατική σύνταξη, επαγγελματικά σχέδια και ατομική αποταμίευση.

Γιατί έχει σημασία: Βοηθά να δείτε πόσα θα έχετε από κάθε πηγή και πού υπάρχει κενό.

Σταδιακές αναλήψεις (drawdown)

EN Drawdown RU Постепенное снятие (drawdown)

Τα χρήματα μένουν επενδυμένα στη σύνταξη και παίρνετε ποσά από αυτά.

Γιατί έχει σημασία: Κρατάτε ευελιξία, αλλά υπάρχει κίνδυνος να τελειώσουν τα χρήματα.

Σύνταξη ανικανότητας

EN Invalidity pension RU Пенсия по инвалидности

Σύνταξη των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για όσους χάνουν σε σημαντικό βαθμό την ικανότητα για εργασία, με προϋποθέσεις.

Γιατί έχει σημασία: Τα κριτήριά της διαφέρουν από τους ορισμούς ανικανότητας των ιδιωτικών συμβολαίων.

Σύνταξη Κοινωνικών Ασφαλίσεων

EN Social Insurance pension RU Пенсия социального страхования

Η σύνταξη από το κρατικό σύστημα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με βάση τις εισφορές και τα χρόνια ασφάλισης.

Γιατί έχει σημασία: Είναι η βάση, αλλά για πολλούς δεν αντικαθιστά όλο τον μισθό.

Σύνταξη χηρείας

EN Widow’s/widower’s pension RU Пенсия по случаю потери кормильца (вдовья)

Σύνταξη των Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τον επιζώντα σύζυγο, με προϋποθέσεις και προθεσμία υποβολής αίτησης.

Γιατί έχει σημασία: Μετρά στον υπολογισμό του πόση ασφάλεια ζωής χρειάζεται η οικογένεια.

Ταμείο προνοίας

EN Provident fund RU Фонд предусмотрительности (провидент-фонд)

Ταμείο εργαζομένων όπου εργοδότης και εργαζόμενος βάζουν εισφορές και ο εργαζόμενος παίρνει το ποσό που συγκεντρώθηκε, όπως ορίζουν οι κανόνες.

Γιατί έχει σημασία: Είναι χωριστό νομικό πρόσωπο από τον εργοδότη και εποπτεύεται.

Επενδυτικά συμβόλαια και ταμεία (εκπαιδευτικά)

Οι όροι αυτής της ενότητας εξηγούνται εκπαιδευτικά: δεν είναι επενδυτική συμβουλή ούτε σύσταση για συγκεκριμένο ταμείο ή προϊόν. Οι παλαιότερες αποδόσεις δεν εγγυώνται τις μελλοντικές. Το τι ταιριάζει σε εσάς το κρίνει αδειοδοτημένος σύμβουλος, που αξιολογεί την καταλληλότητα (άρθρο 30 της Οδηγίας IDD).

Αλλαγή ταμείου (switch)

EN Fund switch RU Переключение фонда

Μεταφορά των υπαρχόντων μεριδίων σας από ένα ταμείο σε άλλο μέσα στο ίδιο συμβόλαιο.

Γιατί έχει σημασία: Αλλάζει τον κίνδυνο που έχετε σήμερα· μπορεί να έχει όριο δωρεάν αλλαγών.

Αμοιβή διαχείρισης ταμείου

EN Fund management charge RU Комиссия за управление фондом

Η αμοιβή του διαχειριστή, που συνήθως αφαιρείται μέσα στην τιμή του μεριδίου.

Γιατί έχει σημασία: Δεν τη βλέπετε ως ξεχωριστή χρέωση, αλλά μειώνει την απόδοση.

Ανακατεύθυνση ασφαλίστρων

EN Premium redirection RU Перенаправление взносов

Αλλαγή του ταμείου στο οποίο θα πηγαίνουν τα μελλοντικά ασφάλιστρα, χωρίς να μετακινηθούν τα υπάρχοντα μερίδια.

Γιατί έχει σημασία: Αλλάζει μόνο το μέλλον, όχι όσα έχετε ήδη επενδύσει.

Αξία ταμείου

EN Fund value RU Стоимость фонда (счёта)

Η τρέχουσα αξία όλων των μεριδίων σας.

Γιατί έχει σημασία: Δεν είναι πάντα αυτό που θα πάρετε αν φύγετε· μπορεί να αφαιρεθούν χρεώσεις.

Απεικόνιση παροχών

EN Benefit illustration RU Иллюстрация выплат

Πίνακας που δείχνει πιθανές μελλοντικές αξίες με διάφορα ποσοστά απόδοσης.

Γιατί έχει σημασία: Είναι μοντέλο, όχι υπόσχεση· κοιτάξτε πρώτα τη στήλη με το εγγυημένο.

Αποδόσεις παρελθόντος

EN Past performance RU Прошлая доходность

Πώς τα πήγε ένα ταμείο τα προηγούμενα χρόνια.

Γιατί έχει σημασία: Δεν προβλέπουν το μέλλον· είναι πληροφορία, όχι υπόσχεση.

Διασπορά

EN Diversification RU Диверсификация

Επένδυση σε πολλά διαφορετικά στοιχεία ώστε μια πτώση σε ένα να μη χτυπά όλα τα χρήματα.

Γιατί έχει σημασία: Μειώνει τον κίνδυνο, αλλά δεν τον μηδενίζει.

Διαφορά τιμής διάθεσης–εξαγοράς

EN Bid-offer spread RU Спред между ценой покупки и продажи

Η διαφορά ανάμεσα στην τιμή αγοράς και στην τιμή πώλησης ενός μεριδίου.

Γιατί έχει σημασία: Είναι κόστος: αν αγοράσετε και πουλήσετε αμέσως, παίρνετε λιγότερα.

Έγγραφο βασικών πληροφοριών (KID)

EN Key Information Document (KID) RU Документ с ключевой информацией (KID)

Σύντομο τυποποιημένο έγγραφο της ΕΕ για επενδυτικά προϊόντα, με κίνδυνο, σενάρια, κόστη και διάρκεια.

Γιατί έχει σημασία: Επιτρέπει σύγκριση προϊόντων με τον ίδιο τρόπο πριν υπογράψετε.

Εγγυημένο (τεχνικό) επιτόκιο

EN Guaranteed (technical) rate RU Гарантированная (техническая) ставка

Η ελάχιστη απόδοση που δεσμεύεται να πιστώνει η εταιρεία σε ορισμένα αποταμιευτικά συμβόλαια.

Γιατί έχει σημασία: Δείχνει τι είναι σίγουρο· ό,τι είναι πάνω από αυτό δεν είναι εγγυημένο.

Εξομάλυνση αποδόσεων

EN Smoothing RU Сглаживание доходности

Η εταιρεία κρατά μέρος των κερδών των καλών χρονιών για να στηρίξει τις κακές.

Γιατί έχει σημασία: Μειώνει τις απότομες αλλαγές, αλλά δεν τις εξαφανίζει.

Επενδυτικός κίνδυνος

EN Investment risk RU Инвестиционный риск

Η πιθανότητα να αξίζει η επένδυση λιγότερο από όσο περιμένατε ή από όσα βάλατε.

Γιατί έχει σημασία: Σε unit-linked τον φέρετε εσείς, όχι η εταιρεία.

Ετήσιο μέρισμα (reversionary bonus)

EN Reversionary bonus RU Ежегодный бонус (reversionary)

Μέρισμα που προστίθεται κάθε χρόνο σε ένα συμμετοχικό συμβόλαιο και συνήθως δεν αφαιρείται μετά.

Γιατί έχει σημασία: Χτίζει σταδιακά το εγγυημένο ποσό, αν το συμβόλαιο κρατηθεί ως το τέλος.

Ημέρα συναλλαγών

EN Dealing day RU День расчётов

Η μέρα που το ταμείο αποτιμάται και εκτελούνται οι εντολές.

Γιατί έχει σημασία: Εξηγεί γιατί μια εξαγορά ή αλλαγή ταμείου παίρνει μερικές μέρες.

EN Net asset value (NAV) RU Стоимость чистых активов (СЧА)

Η αξία όλων των επενδύσεων του ταμείου μείον τα έξοδα και τις υποχρεώσεις του.

Γιατί έχει σημασία: Είναι η βάση για την τιμή του μεριδίου.

Καταλληλότητα

EN Suitability assessment RU Оценка пригодности

Η αξιολόγηση που κάνει ο σύμβουλος για το αν ένα επενδυτικό ασφαλιστικό προϊόν ταιριάζει σε εσάς.

Γιατί έχει σημασία: Είναι υποχρέωση του συμβούλου πριν προτείνει τέτοιο προϊόν.

Κόστος κάλυψης (ασφαλιστικό κόστος)

EN Cost of cover RU Плата за риск (стоимость покрытия)

Η χρέωση για την κάλυψη ζωής ή άλλες καλύψεις, που σε unit-linked αφαιρείται ακυρώνοντας μερίδια.

Γιατί έχει σημασία: Ανεβαίνει με την ηλικία, οπότε μπορεί να μειώνει την αξία ακόμη κι όταν πληρώνετε.

Κόστος με την πάροδο του χρόνου

EN Costs over time RU Расходы со временем

Πίνακας του KID που δείχνει τα συνολικά κόστη σε ευρώ και ποσοστό αν αποχωρήσετε σε διάφορα σημεία.

Γιατί έχει σημασία: Δείχνει πόσο «τρώνε» τα κόστη από την απόδοση.

Μείωση λόγω αγοραίας αξίας (MVR)

EN Market value reduction (MVR) RU Рыночная корректировка (MVR)

Περικοπή που μπορεί να εφαρμοστεί σε ανάληψη από συμμετοχικό ταμείο μετά από κακές αποδόσεις.

Γιατί έχει σημασία: Η πρόωρη έξοδος σε κακή στιγμή μπορεί να δώσει λιγότερα από όσα δείχνει η κατάσταση.

Μερίδιο

EN Unit RU Пай (единица фонда)

Μια «μονάδα» ενός επενδυτικού ταμείου· τα ασφάλιστρά σας αγοράζουν μερίδια.

Γιατί έχει σημασία: Η αξία σας είναι αριθμός μεριδίων επί την τιμή τους, άρα αλλάζει κάθε μέρα.

Μέσος όρος κόστους

EN Euro-cost averaging RU Усреднение стоимости

Με τακτικές καταβολές αγοράζετε περισσότερα μερίδια όταν οι τιμές είναι χαμηλές και λιγότερα όταν είναι ψηλές.

Γιατί έχει σημασία: Μειώνει τον κίνδυνο να επενδύσετε όλα τα χρήματα σε κακή στιγμή, χωρίς να εγγυάται κέρδος.

Μεταβλητότητα

EN Volatility RU Волатильность

Πόσο έντονα ανεβοκατεβαίνει η τιμή μιας επένδυσης.

Γιατί έχει σημασία: Υψηλή μεταβλητότητα σημαίνει μεγαλύτερες διακυμάνσεις — και προς τα κάτω.

Μετοχικό ταμείο

EN Equity fund RU Акционный фонд

Ταμείο που επενδύει κυρίως σε μετοχές εταιρειών.

Γιατί έχει σημασία: Συνήθως έχει μεγαλύτερες διακυμάνσεις και θέλει μεγαλύτερο ορίζοντα.

Μικτό (ισορροπημένο) ταμείο

EN Mixed (balanced) fund RU Смешанный (сбалансированный) фонд

Ταμείο που συνδυάζει μετοχές, ομόλογα και άλλα στοιχεία.

Γιατί έχει σημασία: Ο κίνδυνος εξαρτάται από την αναλογία — δείτε τον δείκτη 1–7.

Ομολογιακό ταμείο

EN Bond fund RU Облигационный фонд

Ταμείο που επενδύει κυρίως σε ομόλογα, δηλαδή δάνεια προς κράτη ή εταιρείες.

Γιατί έχει σημασία: Συνήθως πιο ήρεμο από τα μετοχικά, αλλά μπορεί κι αυτό να χάσει αξία, π.χ. όταν ανεβαίνουν τα επιτόκια.

Ποσοστό επένδυσης (allocation rate)

EN Allocation rate RU Доля размещения (allocation rate)

Το ποσοστό κάθε ασφαλίστρου που αγοράζει πραγματικά μερίδια.

Γιατί έχει σημασία: Αν είναι χαμηλό τα πρώτα χρόνια, η αξία σας χτίζεται αργά στην αρχή.

Προστασία κεφαλαίου

EN Capital protection RU Защита капитала

Μηχανισμός που στοχεύει να επιστρέψει τουλάχιστον ένα μέρος ή όλο το κεφάλαιο σε ορισμένη ημερομηνία, με όρους.

Γιατί έχει σημασία: Ισχύει συνήθως μόνο στην ημερομηνία που ορίζεται, όχι αν φύγετε νωρίτερα.

Σενάρια απόδοσης

EN Performance scenarios RU Сценарии доходности

Οι εκτιμήσεις του KID για ακραίες συνθήκες, δυσμενή, μετριοπαθή και ευνοϊκή εξέλιξη.

Γιατί έχει σημασία: Είναι παραδείγματα, όχι υποσχέσεις· το αποτέλεσμα μπορεί να είναι χειρότερο.

Σταδιακή μείωση κινδύνου (lifestyling)

EN Lifestyling (de-risking) RU Лайфстайлинг (снижение риска)

Αυτόματη μεταφορά σε πιο συντηρητικά ταμεία όσο πλησιάζει η λήξη ή η σύνταξη.

Γιατί έχει σημασία: Προστατεύει από μεγάλη πτώση λίγο πριν χρειαστείτε τα χρήματα, αλλά περιορίζει και την άνοδο.

Συμμετοχικό (με συμμετοχή στα κέρδη)

EN With-profits (participating) policy RU Полис с участием в прибыли

Συμβόλαιο όπου τα χρήματα επενδύονται σε κοινό ταμείο και προστίθενται μερίσματα που αποφασίζει η εταιρεία.

Γιατί έχει σημασία: Εξομαλύνει τα σκαμπανεβάσματα, αλλά τα μερίσματα δεν είναι γνωστά από πριν.

Συναλλαγματικός κίνδυνος

EN Currency risk RU Валютный риск

Ο κίνδυνος να αλλάξει η αξία σας επειδή το ταμείο είναι σε άλλο νόμισμα από το ευρώ.

Γιατί έχει σημασία: Μπορείτε να χάσετε ή να κερδίσετε μόνο από τη μεταβολή της ισοτιμίας.

EN Recommended holding period RU Рекомендуемый срок владения

Ο χρόνος που το KID προτείνει να κρατήσετε το προϊόν.

Γιατί έχει σημασία: Η πρόωρη έξοδος μπορεί να κοστίσει περισσότερο ή να πετύχει χειρότερη στιγμή.

Συνοπτικός δείκτης κινδύνου (1–7)

EN Summary risk indicator (1–7) RU Сводный индикатор риска (1–7)

Κλίμακα στο KID από 1 (χαμηλότερος) έως 7 (υψηλότερος κίνδυνος).

Γιατί έχει σημασία: Βοηθά στη σύγκριση, αλλά δεν λέει τι ταιριάζει σε εσάς· αυτό το κρίνει ο σύμβουλος.

Ταμείο διαθεσίμων (χρηματαγοράς)

EN Money-market fund RU Фонд денежного рынка

Ταμείο που επενδύει σε πολύ βραχυπρόθεσμα, χαμηλού κινδύνου στοιχεία.

Γιατί έχει σημασία: Χρησιμοποιείται για σταθερότητα, αλλά μπορεί να μην ακολουθεί τον πληθωρισμό.

Ταμείο ESG (βιώσιμο)

EN ESG (sustainable) fund RU Фонд ESG (устойчивый)

Ταμείο που λαμβάνει υπόψη περιβαλλοντικά, κοινωνικά και διακυβερνητικά κριτήρια στις επενδύσεις του.

Γιατί έχει σημασία: Η ετικέτα δεν λέει από μόνη της τίποτα για τον κίνδυνο ή την απόδοση.

Τελικό μέρισμα

EN Terminal bonus RU Заключительный бонус

Επιπλέον ποσό που μπορεί να πληρωθεί στη λήξη ή σε απαίτηση, ανάλογα με τα αποτελέσματα.

Γιατί έχει σημασία: Δεν είναι εγγυημένο και μπορεί να είναι μικρό ή μηδέν.

Τιμή διάθεσης (offer)

EN Offer price RU Цена предложения (покупки паёв)

Η τιμή στην οποία αγοράζετε μερίδια, όπου υπάρχουν δύο τιμές.

Γιατί έχει σημασία: Είναι λίγο υψηλότερη από την τιμή που θα πάρετε αν πουλήσετε την ίδια μέρα.

Τιμή εξαγοράς (bid)

EN Bid price RU Цена выкупа паёв (bid)

Η τιμή στην οποία η εταιρεία αγοράζει πίσω τα μερίδιά σας όταν αποσύρετε χρήματα.

Γιατί έχει σημασία: Αυτή μετράει για την αξία που θα πάρετε στο χέρι.

Τιμή μεριδίου

EN Unit price RU Цена пая

Η καθαρή αξία του ταμείου διαιρεμένη με τον αριθμό των μεριδίων του.

Γιατί έχει σημασία: Ανεβαίνει και πέφτει με τις αγορές· δεν είναι εγγυημένη.

Τιμολόγηση με την επόμενη τιμή

EN Forward pricing RU Форвардное ценообразование

Οι αγορές και πωλήσεις μεριδίων γίνονται στην επόμενη τιμή που θα υπολογιστεί, όχι σε αυτήν που βλέπετε σήμερα.

Γιατί έχει σημασία: Δεν ξέρετε την ακριβή τιμή όταν δίνετε την εντολή.

Τρέχουσες επιβαρύνσεις

EN Ongoing charges RU Текущие расходы

Χρεώσεις που αφαιρούνται κάθε χρόνο όσο διαρκεί η επένδυση.

Γιατί έχει σημασία: Ακόμη και μικρό ποσοστό, για πολλά χρόνια, κάνει μεγάλη διαφορά.

Χρεώσεις στην αρχή (front-end)

EN Front-end loading RU Нагрузка в начале срока

Δομή όπου οι περισσότερες χρεώσεις αφαιρούνται τα πρώτα χρόνια.

Γιατί έχει σημασία: Η πρόωρη διακοπή κοστίζει ακριβά, γιατί τα κόστη έχουν ήδη πληρωθεί.

Χρεώσεις στο τέλος (back-end)

EN Back-end loading RU Нагрузка в конце (штраф за выход)

Δομή όπου επενδύεται όλο το ασφάλιστρο από την αρχή, αλλά υπάρχει χρέωση αν αποχωρήσετε νωρίς.

Γιατί έχει σημασία: Η χρέωση εξόδου μειώνεται συνήθως με τα χρόνια — δείτε τον πίνακα.

Χρέωση εξαγοράς

EN Surrender charge RU Штраф за досрочный выкуп

Ποσό που αφαιρείται αν εξαγοράσετε όλο ή μέρος του συμβολαίου πριν από ορισμένο χρόνο.

Γιατί έχει σημασία: Εξηγεί γιατί η αξία εξαγοράς είναι μικρότερη από την αξία του ταμείου.

Χρονικός ορίζοντας

EN Time horizon RU Инвестиционный горизонт

Το διάστημα μέχρι να χρειαστείτε τα χρήματα.

Γιατί έχει σημασία: Όσο μικρότερος, τόσο λιγότερο χρόνο έχετε να συνέλθετε από μια πτώση.

Unit-linked (συνδεδεμένο με επενδύσεις)

EN Unit-linked policy RU Полис unit-linked (инвестиционное страхование жизни)

Ασφάλεια ζωής όπου μέρος του ασφαλίστρου αγοράζει μερίδια επενδυτικών ταμείων και η αξία ανεβοκατεβαίνει με τις αγορές.

Γιατί έχει σημασία: Τον επενδυτικό κίνδυνο τον φέρετε εσείς, όχι η εταιρεία.

Κληρονομιά, δάνεια, φόροι, επιχείρηση

Ανακλητός δικαιούχος

EN Revocable beneficiary RU Отзывный выгодоприобретатель

Δικαιούχος που μπορείτε να αλλάξετε μόνοι σας, χωρίς τη συγκατάθεσή του.

Γιατί έχει σημασία: Είναι η συνήθης μορφή και σας αφήνει ευελιξία.

Ανάκτηση φορολογικής έκπτωσης σε πρόωρη ακύρωση

EN Tax clawback on early surrender RU Возврат налогового вычета при досрочном выкупе

Κανόνας όπου, αν ακυρώσετε νωρίς ένα συμβόλαιο για το οποίο πήρατε έκπτωση, μέρος της προστίθεται ξανά στο εισόδημά σας.

Γιατί έχει σημασία: Η πρόωρη εξαγορά μπορεί να κοστίσει και φορολογικά.

Ανέκκλητος δικαιούχος

EN Irrevocable beneficiary RU Безотзывный выгодоприобретатель

Δικαιούχος που δεν μπορεί να αλλάξει χωρίς τη δική του συγκατάθεση.

Γιατί έχει σημασία: Δίνει ασφάλεια στον δικαιούχο, π.χ. σε διαζύγιο, αλλά περιορίζει εσάς.

Ασφάλεια ζωής δανείου (ομαδική τράπεζας)

EN Credit life (bank group policy) RU Кредитное страхование жизни (групповой полис банка)

Ομαδικό συμβόλαιο που έχει η τράπεζα για τους δανειολήπτες της.

Γιατί έχει σημασία: Ο αντισυμβαλλόμενος είναι η τράπεζα· ζητήστε να δείτε τους όρους που σας αφορούν.

Ασφάλεια ζωής στεγαστικού

EN Mortgage life cover RU Страхование жизни по ипотеке

Ασφάλεια ζωής που εξασφαλίζει την αποπληρωμή ενός δανείου αν πεθάνει ο δανειολήπτης.

Γιατί έχει σημασία: Η τράπεζα πρέπει να δεχτεί ισοδύναμη κάλυψη από άλλη εταιρεία — δεν είστε υποχρεωμένοι να πάρετε τη δική της.

Ασφάλιση βασικού στελέχους

EN Key person insurance RU Страхование ключевого лица

Ασφάλεια που κάνει μια επιχείρηση για τη ζωή ή την υγεία ενός προσώπου που είναι κρίσιμο για τα έσοδά της.

Γιατί έχει σημασία: Δίνει στην επιχείρηση χρόνο και χρήματα να αντέξει την απώλεια.

Διαθήκη

EN Will RU Завещание

Έγγραφο με το οποίο ορίζετε ποιος θα πάρει την περιουσία σας μετά τον θάνατο, μέσα στα όρια του νόμου.

Γιατί έχει σημασία: Συντονίστε τη με τους δικαιούχους των συμβολαίων σας για να μην υπάρχουν αντιφάσεις.

Διασταυρούμενη ασφάλιση συνεταίρων

EN Cross-owned partner policy RU Перекрёстное страхование партнёров

Κάθε συνέταιρος έχει και πληρώνει ασφάλεια ζωής για τον άλλον, ώστε να μπορεί να αγοράσει το μερίδιό του αν πεθάνει.

Γιατί έχει σημασία: Βοηθά να μη βρεθεί η επιχείρηση σε διαφωνία με τους κληρονόμους.

Διαχειριστής περιουσίας

EN Administrator of an estate RU Администратор наследства

Πρόσωπο που ορίζει το δικαστήριο να διαχειριστεί την περιουσία ενός αποθανόντος.

Γιατί έχει σημασία: Χωρίς αυτόν μπορεί να καθυστερήσουν πληρωμές που ανήκουν στην περιουσία.

Έκπτωση ασφαλίστρων από το εισόδημα

EN Tax relief on premiums RU Налоговый вычет по взносам

Η δυνατότητα να αφαιρούνται ορισμένα ασφάλιστρα από το φορολογητέο εισόδημα, μέσα σε όρια.

Γιατί έχει σημασία: Μειώνει το καθαρό κόστος, αλλά υπάρχουν όρια και κανόνες για πρόωρη ακύρωση.

Εκχώρηση συμβολαίου

EN Assignment of a policy RU Переуступка полиса (в пользу банка)

Όταν τα χρήματα ενός συμβολαίου (π.χ. ζωής ή πυρός) πηγαίνουν πρώτα στην τράπεζα που έδωσε το δάνειο.

Εκχώρηση υπέρ τράπεζας

EN Assignment in favour of the bank RU Переуступка в пользу банка

Το δικαίωμα της τράπεζας να πληρωθεί πρώτη από ένα συμβόλαιο μέχρι το ποσό που της χρωστάτε.

Γιατί έχει σημασία: Όταν εξοφλήσετε, ζητήστε γραπτώς την άρση της εκχώρησης.

Επόμενος (εναλλακτικός) δικαιούχος

EN Contingent beneficiary RU Запасной выгодоприобретатель

Δικαιούχος που παίρνει τα χρήματα αν ο πρώτος έχει πεθάνει πριν από τον ασφαλισμένο.

Γιατί έχει σημασία: Αποφεύγει να καταλήξουν τα χρήματα σε άγνωστη ή καθυστερημένη διαδικασία.

Κάλυψη δόσεων δανείου

EN Loan payment protection RU Страхование платежей по кредиту

Ασφάλιση που πληρώνει τις δόσεις για περιορισμένο διάστημα σε ανεργία, ασθένεια ή ατύχημα, όπως ορίζει.

Γιατί έχει σημασία: Είναι διαφορετική από την ασφάλεια ζωής του δανείου· διαβάστε εξαιρέσεις και αναμονές.

Καταπίστευμα (trust)

EN Trust RU Траст (доверительная собственность)

Νομική ρύθμιση όπου ένα πρόσωπο (διαχειριστής) κρατά και διαχειρίζεται χρήματα για άλλους (δικαιούχους).

Γιατί έχει σημασία: Μπορεί να βοηθήσει όταν οι δικαιούχοι είναι ανήλικοι· η χρήση του για συμβόλαια στην Κύπρο θέλει νομική συμβουλή.

Κηδεμόνας

EN Guardian RU Опекун

Το πρόσωπο που φροντίζει και εκπροσωπεί ένα ανήλικο παιδί και διαχειρίζεται την περιουσία του.

Γιατί έχει σημασία: Καθορίζει ποιος θα χειριστεί χρήματα που πληρώνονται σε ένα παιδί.

EN Legal heirs RU Законные наследники

Οι συγγενείς που κληρονομούν σύμφωνα με τον νόμο όταν δεν υπάρχει διαθήκη ή για το μέρος που δεν καλύπτει.

Γιατί έχει σημασία: Ως διατύπωση δικαιούχου είναι λιγότερο σαφής από τα ονόματα.

Όριο του ενός πέμπτου

EN One-fifth cap RU Лимит в одну пятую

Το συνολικό όριο στην Κύπρο για ορισμένες εκπτώσεις (ασφάλιστρα ζωής, εισφορές ταμείων, Κοινωνικές Ασφαλίσεις, ΓεΣΥ κ.ά.) σε σχέση με το φορολογητέο εισόδημα.

Γιατί έχει σημασία: Αν το έχετε ήδη καλύψει, ένα νέο ασφάλιστρο μπορεί να μη δώσει επιπλέον φορολογικό όφελος.

Ορισμός δικαιούχου

EN Beneficiary designation RU Назначение выгодоприобретателя

Η δήλωση στο συμβόλαιο για το ποιος θα πάρει τα χρήματα και σε τι ποσοστό.

Γιατί έχει σημασία: Πρέπει να ενημερώνεται μετά από γάμο, διαζύγιο, γέννηση ή θάνατο.

Περιουσία κληρονομίας (κληρονομιαία περιουσία)

EN Estate RU Наследственное имущество

Όλα όσα άφησε ένας άνθρωπος όταν πέθανε, μείον τα χρέη του.

Γιατί έχει σημασία: Το αν ένα ποσό από ασφάλεια ζωής περνά από αυτήν εξαρτάται από το συμβόλαιο και τον νόμο — ρωτήστε δικηγόρο.

Υποθετικό επιτόκιο φθίνουσας κάλυψης

EN Assumed interest rate RU Расчётная процентная ставка

Το επιτόκιο με το οποίο υπολογίζεται πόσο μειώνεται κάθε χρόνο μια φθίνουσα κάλυψη.

Γιατί έχει σημασία: Αν το δάνειο έχει υψηλότερο επιτόκιο, η κάλυψη μπορεί να πέσει πιο γρήγορα από το χρέος.

Κανόνες, εποπτεία και τα δικαιώματά σας

Απαγόρευση γενετικών δεδομένων

EN Genetic data ban RU Запрет на генетические данные

Ο κανόνας ότι γενετικά δεδομένα δεν χρησιμοποιούνται για ασφάλιση ζωής ή υγείας στην Κύπρο.

Γιατί έχει σημασία: Δεν χρειάζεται να δώσετε αποτελέσματα γενετικών τεστ.

Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής

EN Insurance intermediary RU Страховой посредник

Πρόσωπο εγγεγραμμένο για να συμβουλεύει και να προτείνει ασφαλίσεις, για τον κλάδο ζωής ή τον γενικό κλάδο. Ο αριθμός μητρώου του ελέγχεται.

Ασφαλιστικός μεσίτης

EN Broker RU Страховой брокер

Διαμεσολαβητής που συνεργάζεται με πολλές εταιρείες και μπορεί να συγκρίνει προϊόντα από την αγορά.

Γιατί έχει σημασία: Και αυτός πρέπει να σας πει πώς αμείβεται.

Διαδικασία παραπόνων

EN Complaints procedure RU Порядок рассмотрения жалоб

Ο τρόπος που πρέπει να εξετάζει μια εταιρεία ένα γραπτό παράπονο πριν προχωρήσετε σε εξωτερικό φορέα.

Γιατί έχει σημασία: Ξεκινήστε πάντα γραπτώς και κρατήστε αντίγραφα και ημερομηνίες.

Δικαίωμα στη λήθη (καρκίνος)

EN Right to be forgotten (cancer) RU Право на забвение (онкология)

Ρύθμιση στην Κύπρο που, υπό προϋποθέσεις, δεν υποχρεώνει όσους νίκησαν τον καρκίνο να το δηλώνουν για ασφάλεια ζωής μέχρι ορισμένο ποσό.

Γιατί έχει σημασία: Ελέγξτε αν ισχύει για εσάς πριν απαντήσετε στην αίτηση· αφορά μόνο ασφάλεια ζωής.

Έγγραφο πληροφοριών ασφαλιστικού προϊόντος (IPID)

EN Insurance Product Information Document (IPID) RU Информационный документ о страховом продукте (IPID)

Σύντομο τυποποιημένο έγγραφο για ασφαλίσεις γενικού κλάδου που δείχνει τι καλύπτεται και τι όχι.

Γιατί έχει σημασία: Βοηθά τη γρήγορη σύγκριση, αλλά οι όροι του συμβολαίου είναι αυτοί που δεσμεύουν.

Έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης (SFCR)

EN Solvency and Financial Condition Report (SFCR) RU Отчёт о платёжеспособности и финансовом положении (SFCR)

Ετήσια δημόσια έκθεση κάθε ασφαλιστικής εταιρείας της ΕΕ για την οικονομική της θέση.

Γιατί έχει σημασία: Μπορείτε να τη διαβάσετε για να δείτε πώς στέκεται μια εταιρεία.

Έφορος Ασφαλίσεων

EN Superintendent of Insurance RU Суперинтендант страхования

Η αρχή που εποπτεύει τις ασφαλιστικές εταιρείες και τους διαμεσολαβητές στην Κύπρο.

Γιατί έχει σημασία: Εποπτεύει την αγορά· οι ατομικές διαφορές πάνε κυρίως στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο.

Έφορος Ιδρυμάτων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών

EN Registrar of Occupational Retirement Benefit Institutions RU Регистратор учреждений профессионального пенсионного обеспечения

Η αρχή του Υπουργείου Εργασίας που εποπτεύει τα ταμεία προνοίας και τα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά ταμεία.

Γιατί έχει σημασία: Σε αυτήν απευθύνεστε για ζητήματα εποπτείας ταμείου προνοίας.

Ίση τιμολόγηση ανδρών και γυναικών

EN Gender-neutral pricing RU Гендерно-нейтральные тарифы

Ο κανόνας της ΕΕ ότι το φύλο δεν μπορεί να επηρεάζει ασφάλιστρα και παροχές.

Γιατί έχει σημασία: Δύο άνθρωποι που διαφέρουν μόνο στο φύλο πρέπει να πάρουν την ίδια τιμή.

Οδηγία για τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων (IDD)

EN Insurance Distribution Directive (IDD) RU Директива о распространении страховых продуктов (IDD)

Οι κανόνες της ΕΕ για το πώς πωλούνται οι ασφαλίσεις: ενημέρωση, ανάγκες, καταλληλότητα, αμοιβές.

Γιατί έχει σημασία: Σας δίνει δικαίωμα σε σαφή ενημέρωση πριν υπογράψετε.

Προμήθεια

EN Commission RU Комиссионное вознаграждение

Η αμοιβή που παίρνει ο διαμεσολαβητής από την εταιρεία για την πώληση ενός συμβολαίου.

Γιατί έχει σημασία: Έχετε δικαίωμα να μάθετε τη φύση της αμοιβής· σε επενδυτικά προϊόντα επηρεάζει και τα κόστη.

Συνδεδεμένος ασφαλιστικός διαμεσολαβητής

EN Tied intermediary RU Привязанный посредник (агент)

Διαμεσολαβητής που εργάζεται για λογαριασμό μίας ή λίγων εταιρειών και προτείνει μόνο τα δικά τους προϊόντα.

Γιατί έχει σημασία: Ρωτήστε για ποιες εταιρείες εργάζεται — πρέπει να σας το πει.

Ταμείο Εγγύησης Ασφαλίσεων Ζωής

EN Life Insurance Guarantee Fund RU Гарантийный фонд страхования жизни

Ταμείο που προβλέπει ο νόμος στην Κύπρο για την προστασία δικαιούχων ασφαλίσεων ζωής αν μια εταιρεία αφερεγγυήσει.

Γιατί έχει σημασία: Τα όρια κάλυψης πρέπει να ελέγχονται στις επίσημες πηγές — μην υποθέτετε ποσό.

Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών

EN Insurance Companies Control Service RU Служба контроля страховых компаний

Η υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών όπου υπάγεται ο Έφορος Ασφαλίσεων.

Γιατί έχει σημασία: Εκεί ελέγχετε αν μια εταιρεία ή ένας διαμεσολαβητής είναι εγγεγραμμένος.

Φερεγγυότητα II (Solvency II)

EN Solvency II RU Solvency II (платёжеспособность II)

Οι κανόνες της ΕΕ για το κεφάλαιο, τη διαχείριση κινδύνων και τη δημοσιοποίηση στοιχείων των ασφαλιστικών εταιρειών.

Γιατί έχει σημασία: Στόχος είναι να μπορούν οι εταιρείες να πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους.

Χρηματοοικονομικός Επίτροπος

EN Financial Ombudsman RU Финансовый омбудсмен

Ανεξάρτητη αρχή στην Κύπρο όπου μπορείτε να απευθυνθείτε για διαφορά με ασφαλιστική εταιρεία, αφού πρώτα παραπονεθείτε στην ίδια.

Γενικός κλάδος: σπίτι, αυτοκίνητο, ταξίδι, ευθύνη

Μόνο ενημέρωση: για ασφάλιση γενικού κλάδου μιλήστε με διαμεσολαβητή εγγεγραμμένο για τον γενικό κλάδο ή με την ασφαλιστική σας εταιρεία.

Αξία αντικατάστασης (καινούργιο αντί παλιού)

EN New-for-old (replacement value) RU Возмещение по стоимости нового

Βάση αποζημίωσης όπου πληρώνεται το κόστος αγοράς καινούργιου αντικειμένου, χωρίς αφαίρεση φθοράς.

Γιατί έχει σημασία: Δίνει περισσότερα από την πραγματική αξία, που αφαιρεί την παλαιότητα.

Αστική ευθύνη (ιδιωτική ή επαγγελματική)

EN Public liability RU Гражданская ответственность

Κάλυψη για αποζημιώσεις που χρωστάτε σε τρίτους για ζημιά ή τραυματισμό από εσάς, το σπίτι ή την επιχείρησή σας.

Γιατί έχει σημασία: Μια αγωγή μπορεί να κοστίσει πολύ περισσότερο από την ίδια τη ζημιά.

Ασφάλεια αυτοκινήτου έναντι τρίτων

EN Motor third-party insurance RU Обязательное страхование ответственности автовладельца

Η υποχρεωτική ασφάλεια για ζημιές και τραυματισμούς που προκαλείτε σε άλλους με το όχημα.

Γιατί έχει σημασία: Δεν πληρώνει ζημιές στο δικό σας αυτοκίνητο.

Ασφάλεια πυρός (κατοικίας)

EN Fire (home) insurance RU Страхование жилья от пожара

Ασφάλεια του κτιρίου για φωτιά και, ανάλογα με το συμβόλαιο, άλλους κινδύνους όπως σεισμό ή πλημμύρα.

Γιατί έχει σημασία: Η τράπεζα συνήθως τη ζητά σε στεγαστικό· το ποσό πρέπει να καλύπτει το κόστος ανοικοδόμησης.

Γραμμή βοήθειας

EN Assistance line RU Сервисная (ассистанс) линия

Τηλεφωνικό κέντρο της εταιρείας για επείγοντα, οδική βοήθεια ή ιατρική βοήθεια στο εξωτερικό.

Γιατί έχει σημασία: Η κλήση πριν από έξοδα είναι συχνά όρος για να πληρωθείτε.

Έκπτωση μη απαίτησης

EN No-claims discount RU Скидка за безаварийность

Μείωση του ασφαλίστρου αυτοκινήτου για τα χρόνια χωρίς απαίτηση.

Επαγγελματική ευθύνη

EN Professional indemnity RU Профессиональная ответственность

Κάλυψη για λάθη ή παραλείψεις στην επαγγελματική σας δουλειά που προκαλούν οικονομική ζημιά σε πελάτες.

Γιατί έχει σημασία: Δεν είναι προσωπική κάλυψη υγείας ή ζωής.

Ευθύνη έναντι τρίτων

EN Third-party liability RU Ответственность перед третьими лицами

Κάλυψη για όσα χρωστάτε σε άλλους για ζημιά ή τραυματισμό που προκαλέσατε.

Ευθύνη εργοδότη

EN Employer’s liability RU Ответственность работодателя

Υποχρεωτική ασφάλιση για αποζημιώσεις σε εργαζομένους που τραυματίζονται ή αρρωσταίνουν λόγω της εργασίας.

Γιατί έχει σημασία: Προστατεύει τον εργοδότη· δεν αντικαθιστά την προσωπική κάλυψη του εργαζομένου.

Κάλυψη κτιρίου

EN Buildings cover RU Страхование конструкции здания

Ασφάλιση της κατασκευής: τοίχοι, στέγη, μόνιμες εγκαταστάσεις.

Γιατί έχει σημασία: Δεν καλύπτει τα πράγματα μέσα στο σπίτι — αυτό είναι το περιεχόμενο.

Κάλυψη περιεχομένου

EN Contents cover RU Страхование домашнего имущества

Ασφάλιση των κινητών πραγμάτων στο σπίτι.

Γιατί έχει σημασία: Χρήσιμη και για ενοικιαστές, που δεν ασφαλίζουν το κτίριο.

Κόστος ανοικοδόμησης

EN Rebuild value RU Стоимость восстановления

Το κόστος για να ξαναχτιστεί το κτίριο από την αρχή — όχι η αγοραία αξία του σπιτιού.

Γιατί έχει σημασία: Αν ασφαλίσετε λιγότερο, μπορεί να εφαρμοστεί υπασφάλιση.

Ολική απώλεια

EN Total loss RU Полная гибель

Όταν η επισκευή κοστίζει περισσότερο από όσο αξίζει το όχημα ή το αντικείμενο, ή όταν χάθηκε εντελώς.

Γιατί έχει σημασία: Πληρώνεται συνήθως η αξία πριν από τη ζημιά, όχι το κόστος καινούργιου.

Ονομαστικός οδηγός

EN Named driver RU Вписанный водитель

Οδηγός που αναγράφεται στο συμβόλαιο αυτοκινήτου ως καλυπτόμενος.

Γιατί έχει σημασία: Αν οδηγεί κάποιος που δεν καλύπτεται, η αποζημίωση μπορεί να απορριφθεί ή να ανακτηθεί από εσάς.

Πλήρης κάλυψη αυτοκινήτου

EN Comprehensive car cover RU Полное автострахование (каско)

Ασφάλιση που καλύπτει και ζημιές στο δικό σας όχημα, εκτός από την ευθύνη έναντι τρίτων.

Πραγματική αξία

EN Actual cash value RU Фактическая стоимость

Βάση αποζημίωσης που αφαιρεί τη φθορά και την παλαιότητα από την αξία.

Γιατί έχει σημασία: Μετά από ζημιά μπορεί να μη φτάνουν για αγορά καινούργιου.

Συμπληρωματική ασφάλιση (add-on)

EN Add-on insurance RU Дополнительная страховка (add-on)

Ασφάλιση που πωλείται μαζί με ένα άλλο προϊόν, π.χ. συσκευή, εισιτήριο ή ενοικίαση.

Γιατί έχει σημασία: Ελέγξτε αν την έχετε ήδη αλλού πριν πληρώσετε δύο φορές.

Ταξιδιωτική ασφάλιση

EN Travel insurance RU Туристическая страховка

Κάλυψη για ιατρικά έξοδα, ακύρωση, αποσκευές και άλλα όσο ταξιδεύετε, ανάλογα με το σχέδιο.

Γιατί έχει σημασία: Πολλά σχέδια απαιτούν να καλέσετε τη γραμμή βοήθειας πριν από θεραπεία.

Υπασφάλιση (αναλογικός κανόνας)

EN Under-insurance (average) RU Недострахование (пропорциональная выплата)

Όταν το ποσό ασφάλισης είναι μικρότερο από την πραγματική αξία· σε μια ζημιά η αποζημίωση μπορεί να μειωθεί στην ίδια αναλογία.

Φυσικές καταστροφές

EN Natural catastrophe cover RU Покрытие стихийных бедствий

Κάλυψη για σεισμό, πλημμύρα, θύελλα και παρόμοιους κινδύνους, όπου περιλαμβάνεται.

Γιατί έχει σημασία: Συχνά έχει δικό της, μεγαλύτερο απαλλασσόμενο ποσό.

Το θέμα σε ένα λεπτό

Γλωσσάρι ασφάλισης σε τρεις γλώσσες 1:07 Με υπότιτλους

Ενημερωτική σελίδα, όχι συμβουλή ούτε πρόταση για συγκεκριμένο προϊόν. Οι καλύψεις, τα όρια και οι εξαιρέσεις ορίζονται από τους όρους κάθε συμβολαίου. Για ασφάλιση γενικού κλάδου μιλήστε με ασφαλιστικό διαμεσολαβητή εγγεγραμμένο για τον γενικό κλάδο ή με την ασφαλιστική σας εταιρεία. Το AVRASTRO δεν είναι ασφαλιστική εταιρεία.